Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Η συνήθεια της συγγνώμης

Ένας άνδρας σταμάτησε ξαφνικά στη μέση μιας πρότασης. «Μόλις πρόσεξα ότι σας ζήτησα συγγνώμη επειδή άργησα δύο λεπτά», είπε. «Και μετά ζήτησα πάλι συγγνώμη επειδή σας διέκοψα. Δεν ξέρω πότε έγινε αυτό συνήθεια.» Δεν υπήρχε αγωνία στη φωνή του. Έμοιαζε περισσότερο με κάποιον που ανακαλύπτει κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε φυσιολογικό, σαν να έβλεπε για πρώτη φορά ένα αντικείμενο που κρατούσε στο χέρι του τόσο καιρό και που είχε πάψει να το νιώθει βάρος.

Η συγγνώμη, όταν επαναλαμβάνεται πολλές φορές,παύει να είναι ευγένεια. Γίνεται πρόληψη. Ένας τρόπος να κατευνάσεις μια ένταση πριν καν εμφανιστεί, σαν να έχεις μάθει, χωρίς να το αποφασίσεις ποτέ συνειδητά, ότι η ηρεμία στο σπίτι εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα υποχωρήσεις εσύ. Κανείς δεν ξεκινά έτσι. Κανείς δεν λέει στον εαυτό του «από σήμερα θα ζητάω συγγνώμη για όλα». Συμβαίνει σιγά σιγά, μέσα από χιλιάδες μικρές στιγμές που καμία τους δεν φαίνεται αρκετά σημαντική για να σταθεί κανείς και να πει: εδώ κάτι δεν πάει καλά. Σε πολλούς συντρόφους γυναικών με ναρκισσιστική διαταραχή, αυτή η αλλαγή περνά απαρατήρητη για πολύ καιρό. Δεν φαντάζει ως κάτι δραματικό, φαντάζει περισσότερο με μια αργή προσαρμογή που, χωρίς να το καταλάβουν, αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους.

Το πιο δύσκολο κομμάτι δεν είναι η ίδια η υποχώρηση. Είναι το τι συμβαίνει στη μνήμη μετά.

Οι σύντροφοι γυναικών με ναρκισσιστική διαταραχή συχνά αρχίζουν να ζητούν συγγνώμη ακόμη και όταν δεν έχουν κάνει κάτι λάθος. Η συνεχής αυτοαμφισβήτηση, η ανάγκη αποφυγής συγκρούσεων και η σταδιακή απώλεια εμπιστοσύνης στην προσωπική τους κρίση αποτελούν συχνά αόρατες συνέπειες αυτής της σχέσης.

Άνδρας διστάζει να περάσει την είσοδο του σπιτιού του, αποτυπώνοντας την ψυχολογική ένταση και την υπερεπαγρύπνηση πριν από μια δύσκολη συνάντηση με τη σύντροφό του.
Μερικές φορές η πιο δύσκολη στιγμή δεν είναι ένας καβγάς. Είναι τα λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει η πόρτα.

Πώς ξεκινάει

Δεν υπάρχει μια μέρα-αφετηρία, ένα ξύπνημα μέσα σε αυτή τη δυναμική. Η διαδρομή γίνεται βήμα-βήμα, τόσο σταδιακά που συχνά δεν μπορεί κανείς να εντοπίσει πότε ακριβώς άλλαξε κάτι.

Ένας άνδρας θυμόταν με απίστευτη λεπτομέρεια ένα φαινομενικά ασήμαντο περιστατικό: ήθελε να πάει σε μια εκδρομή με φίλους, εκείνη δυσαρεστήθηκε, τελικά ακύρωσε. «Δεν έγινε τίποτα φοβερό εκείνη τη μέρα», είπε. «Απλώς, χωρίς να το καταλάβω, έμαθα ότι ήταν πιο εύκολο να αλλάζω εγώ τα σχέδιά μου παρά να αντέχω τη δυσαρέσκειά της.» Και πρόσθεσε, σχεδόν ψιθυριστά: «Μετά ήρθαν όλα τα υπόλοιπα.»

Ό,τι ακολούθησε ήρθε σε εκατοντάδες τέτοιες μικρές στιγμές, καμία αρκετά βαριά μόνη της για να σταθεί κανείς και να την προσέξει. Ένας άλλος άνδρας, όταν προσπάθησε να θυμηθεί πότε κατάλαβε ότι κάτι είχε αλλάξει, έμεινε για λίγο σιωπηλός. «Δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη», είπε τελικά. «Απλώς κάποια στιγμή πρόσεξα ότι, πριν κανονίσω έναν καφέ με έναν φίλο, σκεφτόμουν πρώτα αν θα της αρέσει. Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να ζητάω άδεια χωρίς να μου τη ζητάει κανείς.» Μιλούσε για μια εσωτερική προσαρμογή τόσο σταδιακή ώστε να μοιάζει, στα δικά του μάτια, με ωριμότητα.

Το μέγεθος αυτής της αλλαγής φαίνεται μόνο αναδρομικά, όταν κάποιος αναγκαστεί να συγκρίνει. Όταν ζήτησα κάποτε από έναν άνδρα να μου περιγράψει πώς ήταν όταν γνωρίστηκαν με τη σύντροφό του, χαμογέλασε. «Γελούσα πολύ περισσότερο», είπε. Ύστερα έμεινε σιωπηλός. «Δεν είχα καταλάβει ότι είχα σταματήσει να γελάω μέχρι που το είπα μόλις τώρα.» Μια διαπίστωση μικρή, σχεδόν καθημερινή, που όμως τον αιφνιδίασε περισσότερο απ’ όσο περίμενε, ακριβώς επειδή κανείς δεν του είχε ζητήσει ποτέ να κοιτάξει πίσω.

Τι τους οδηγεί εκεί

Δεν υπάρχει ένα «γιατί». Όσοι έχουν περάσει από αυτή τη διαδικασία δεν μοιάζουν απαραίτητα μεταξύ τους, ούτε στην ανατροφή τους, ούτε στον χαρακτήρα τους, ούτε στο πώς ήταν πριν γνωρίσουν τη σύντροφό τους. Κάποιοι μεγάλωσαν σε σπίτια όπου η ηρεμία κρεμόταν από το πόσο γρήγορα υποχωρούσε κάποιος. Άλλοι όχι, και βρέθηκαν εξίσου παγιδευμένοι.

Ίσως το μόνο κοινό σημείο να μην είναι το παρελθόν τους, αλλά κάτι πιο απλό: αγαπούν βαθιά, και προτιμούν να πιστέψουν την καλύτερη εκδοχή του άλλου παρά να τον κατηγορήσουν. Σε μια άλλη σχέση, αυτό θα λεγόταν υπομονή, κατανόηση ή η ωριμότητα να ψάχνεις πρώτα σε τι έφταιξες εσύ. Εδώ, ακριβώς όμως αυτή η “καλοσύνη” γίνεται η πόρτα από όπου μπαίνει η φθορά.

Και ό,τι μαθαίνεται νωρίς ως απειλή δύσκολα ξεριζώνεται. Όποιος έχει μάθει, σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του, ότι η δυσαρέσκεια ενός αγαπημένου προσώπου είναι κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να αποτραπεί, δεν χρειάζεται πολύ για να ξαναφορέσει αυτό το ρούχο μπροστά σε κάποιον που, συνειδητά ή όχι, ζητά ακριβώς αυτό.

Ίσως τελικά το ερώτημα «γιατί αυτός κι όχι κάποιος άλλος» να μην έχει καθαρή απάντηση, και ίσως αυτό να είναι το πιο δίκαιο συμπέρασμα: ότι, δηλαδή, δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποιο ελάττωμα χαρακτήρα για να βρεθεί κανείς εκεί. Χρειάζεται απλώς να συναντήσει, σε μια δεδομένη στιγμή της ζωής του, τον άνθρωπο που θα ενεργοποιήσει αυτή ακριβώς την προδιάθεση. Σε μια σχέση με γυναίκα με ναρκισσιστική διαταραχή, αυτή η προδιάθεση μπορεί να μετατραπεί σταδιακά σε έναν τρόπο ζωής όπου η συνεχής προσαρμογή μοιάζει με φυσική έκφραση αγάπης, ενώ στην πραγματικότητα συνοδεύεται από ολοένα μεγαλύτερη απώλεια προσωπικής ελευθερίας.

Άνδρας κάθεται μόνος στο υπνοδωμάτιο ενώ στο προσκήνιο ένα σημείωμα εκφράζει την αυτόματη αυτοενοχοποίηση που αναπτύσσεται σε μια ψυχολογικά επιβαρυμένη σχέση.
«Πάλι κάτι θα την πείραξε…» Η αυτοενοχοποίηση συχνά προηγείται ακόμη και της κατηγορίας.

Όταν χάνεις την εμπιστοσύνη στα δικά σου μάτια

«Όχι… ίσως να μην έγινε ακριβώς έτσι», είπε κάποιος άλλος, στη μέση μιας αφήγησης που είχε ξεκινήσει με σαφήνεια. «Μπορεί να υπερβάλλω. Ίσως τελικά να έφταιγα κι εγώ.» Δεν ήταν δυσκολία μνήμης, θυμόταν το περιστατικό με λεπτομέρειες. Ήταν κάτι πιο ανησυχητικό: είχε χάσει την εμπιστοσύνη στη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Κάθε φορά που περιέγραφε κάτι, το ανασκεύαζε σχεδόν αμέσως, σαν να υπήρχε πάντα ένας πιο αυστηρός κριτής που στέκεται δίπλα του, έτοιμος να τον διορθώσει πριν προλάβει κανείς άλλος.

Αυτή η αυτοανασκευή δεν είναι ταπεινοφροσύνη. Είναι κάτι που μοιάζει με ταπεινοφροσύνη αλλά λειτουργεί εντελώς διαφορετικά: δεν προστατεύει τη σχέση από τη σύγκρουση, προστατεύει τον άνθρωπο από το να εμπιστευτεί ξανά αυτό που είδε με τα ίδια του τα μάτια ή που άκουσε με τα ίδια του τα αυτιά. Και όταν κάποιος μαθαίνει να αμφισβητεί συστηματικά τη δική του αντίληψή, δεν αμφισβητεί μόνο ένα περιστατικό τη φορά. Αμφισβητεί την ικανότητά του να ξέρει οτιδήποτε με σιγουριά. Αυτή είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνέπειες του gaslighting στη σχέση. Δεν πρόκειται μόνο για διαφωνία γύρω από τα γεγονότα, αλλά για μια αργή διάβρωση της εμπιστοσύνης που έχει ο άνθρωπος στη δική του μνήμη, στην κρίση και στα συναισθήματά του.

Αυτή η επιφυλακή δεν μένει μόνο στο μυαλό, έχει και ένα σώμα, κι αυτό το σώμα το μαθαίνεις να το διαβάζεις αν προσέξεις. Μέχρι κάποιος να μιλήσει  για τη δουλειά ή τα παιδιά του, κάθεται άνετα και χαλαρά. Μόλις όμως η συζήτηση φτάσει στη σύντροφό του, η πλάτη παύει να ακουμπά πίσω, οι ώμοι αρχίζουν να γέρνουν ελαφρά μπροστά, η αναπνοή γίνεται πιο ρηχή, τα χέρια σφίγγονται σαν να συγκρατούν κάτι, κι ο τόνος της φωνής χαμηλώνει χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Δεν είναι φόβος με την προφανή έννοια, κανείς δεν τρέμει, κανείς δεν κλαίει. Είναι το σώμα που μπαίνει αυτόματα σε κατάσταση εγρήγορσης και προσοχής, σαν να περιμένει ότι ακόμη κι η απλή αφήγηση αυτών των γεγονότων μπορεί να έχει κάποιο τίμημα.

Το μήνυμα που δεν στάλθηκε ποτέ όπως ήταν

Κάπου εδώ βρίσκεται και η πιο ύπουλη πλευρά αυτής της δυναμικής, όχι στις μεγάλες συγκρούσεις, αλλά στα ασήμαντα, καθημερινά μηνύματα.

Ένας άνδρας έβγαλε το κινητό του και μου έδειξε ένα μήνυμα που ετοιμαζόταν να στείλει στη σύντροφό του: «Θα αργήσω περίπου είκοσι λεπτά». Στο ιστορικό φαινόταν ότι το είχε σβήσει και ξαναγράψει πολλές φορές. «Αν γράψω “είκοσι”, μπορεί να πει ότι δεν την υπολογίζω», εξήγησε. «Αν γράψω “συγγνώμη”, μπορεί να πει ότι παραδέχομαι πως φταίω. Προσπαθώ να βρω τη σωστή διατύπωση.» Δεν προσπαθούσε να επικοινωνήσει κάτι τόσο απλό όσο μια καθυστέρηση είκοσι λεπτών. Προσπαθούσε να προβλέψει και να αποτρέψει μια αντίδραση που δεν είχε συμβεί ακόμη, να διαπραγματευτεί μόνος του, εκ των προτέρων, μια σύγκρουση που μπορεί να μην ερχόταν ποτέ.

Υπάρχει κάτι εξαντλητικό σε αυτό που δεν έχει να κάνει με τον χρόνο που παίρνει. Έχει να κάνει με το πού πηγαίνει η προσοχή. Ένας άνθρωπος, που ζυγίζει κάθε λέξη πριν τη στείλει, δεν σκέφτεται πια τι νιώθει ή τι θέλει να πει, αυτό που σκέφτεται είναι πώς θα ερμηνευτεί, ποια πόρτα θα ανοίξει, τι θα του κοστίσει. Ο λόγος του σταματά να αποτελεί έκφραση και γίνεται διαχείριση κινδύνου.

Όταν η επικοινωνία μετατρέπεται σε διαρκή προσπάθεια αποφυγής μιας ενδεχόμενης επόμενης σύγκρουσης, η ψυχολογική κακοποίηση στη σχέση δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με φωνές ή απειλές. Μπορεί να εκδηλώνεται μέσα από τη συνεχή ανάγκη να προβλέπει κάποιος τις αντιδράσεις του άλλου και να περιορίζει ολοένα περισσότερο τον αυθορμητισμό του.

Δύο πραγματικότητες, ένα τείχος

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσπαση, εξίσου κοπιαστική: ανάμεσα στο τι φαίνεται και στο τι συμβαίνει. Ένας άνδρας, αφού είχε περιγράψει με ένταση πόσο τον υποτιμούσε η σύντροφός του στο σπίτι, έβγαλε το κινητό του και μου έδειξε μια φωτογραφία από ένα οικογενειακό τραπέζι, εκείνη χαμογελαστή, με το χέρι περασμένο στον ώμο του. Χαμογέλασε κι εκείνος, πικρά. «Αν δείτε αυτή τη φωτογραφία, θα πείτε ότι είμαστε το πιο αγαπημένο ζευγάρι του κόσμου. Μέχρι να κλείσει η πόρτα του σπιτιού.» Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή του, μόνο η απορία κάποιου που δυσκολεύεται να συμφιλιώσει δύο εντελώς διαφορετικές πραγματικότητες, και οι δύο εξίσου αληθινές τη στιγμή που καταγράφονταν.

Καμία από αυτές τις ιστορίες δεν περιλαμβάνει φωνές ή σκηνές που θα θυμόταν κανείς σαν «τη μεγάλη κρίση». Αρκεί μια σταθερή, επαναλαμβανόμενη εμπειρία όπου η δική του αντίδραση θεωρείται πάντα υπερβολική, η δική της πάντα δικαιολογημένη. Η γνώμη του δεν εξαφανίζεται, απλώς περνάει από αναθεώρηση πριν προλάβει να ειπωθεί δυνατά.

Το πιο δύσκολο να εξηγηθεί σε κάποιον απ’ έξω είναι ότι τίποτα από αυτό δεν μοιάζει με καταπίεση τη στιγμή που συμβαίνει. Ο άνδρας με το μήνυμα δεν ένιωθε θύμα καθώς έσβηνε τη λέξη «είκοσι» για τρίτη φορά, ένιωθε προσεκτικός, υπεύθυνος ίσως. Οι λέξεις που θα χρησιμοποιούσε αργότερα γι’ αυτό —«ετοιμότητα», «αυτολογοκρισία»— δεν υπήρχαν ακόμη διαθέσιμες μέσα του τη στιγμή που το ζούσε. Γι’ αυτό και δεν πονάει αρκετά νωρίς ώστε να σταθεί κανείς και να το ονομάσει.

Κι όταν κάποιος, τελικά, βρίσκει το θάρρος να μιλήσει σε τρίτο πρόσωπο, δεν είναι σίγουρο ότι θα τον πιστέψουν. Ένας άνδρας αποφάσισε κάποτε να εκμυστηρευτεί σε έναν στενό του φίλο όσα συνέβαιναν στο σπίτι. Η απάντηση ήρθε αμέσως: «Αποκλείεται. Η γυναίκα σου είναι από τους πιο ευγενικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει.» Τίποτα άλλο δεν ειπώθηκε. Όταν το περιέγραφε αργότερα, δεν στάθηκε στην απογοήτευση από τον φίλο του, όσο σε αυτό που ακολούθησε: σταμάτησε να μιλάει σε οποιονδήποτε. «Σκέφτηκα ότι, αφού δεν με πίστεψε αυτός, μάλλον δεν θα με πιστέψει κανείς.» Η δημόσια εικόνα της δεν λειτουργεί μόνο απέναντί του μέσα στο σπίτι, λειτουργεί και σαν τείχος γύρω του, κόβοντάς τον από όποιον θα μπορούσε να τον βοηθήσει να δει καθαρότερα.

Άνδρας περπατά μόνος σε ένα ήσυχο μονοπάτι μέσα σε πάρκο, συμβολίζοντας την αποδέσμευση από μια ψυχολογικά επιβαρυμένη σχέση και την πορεία προς την ανάκτηση του εαυτού.
Η έξοδος από μια σχέση που διαβρώνει την αυτοεκτίμηση δεν είναι ένα άλμα. Είναι μια πορεία που ξεκινά με ένα πρώτο βήμα.

Γιατί μένει

Και όσοι παρακολουθούν από έξω συχνά αναρωτιούνται γιατί δεν φεύγει, σαν να ήταν απόφαση που παίρνεται με καθαρό μυαλό και σταθερή κρίση. Ξεχνούν ότι η ίδια η κρίση είναι αυτό που έχει διαβρωθεί. Δεν αμφιβάλλει μόνο αν πρέπει να φύγει, αμφιβάλλει, επίσης, αν η γνώμη του για το αν πρέπει να φύγει αξίζει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Είναι μια παράξενη παγίδα: για να πάρεις μια απόφαση χρειάζεσαι να εμπιστευτείς την κρίση σου, κι αυτό ακριβώς είναι το πρώτο πράγμα που η σχέση έχει σιγά σιγά αφαιρέσει.

Για όσους βρίσκονται σε σχέση με γυναίκα με ναρκισσιστική διαταραχή, η αποχώρηση δεν δυσκολεύει μόνο λόγω της συναισθηματικής σύνδεσης. Δυσκολεύει επειδή έχει προηγηθεί μια μακρά διαδικασία κατά την οποία έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη στον ίδιο τους τον εαυτό.

Μένει, επίσης, επειδή θυμάται στιγμές αληθινές, μια τρυφερότητα που δεν ήταν προσποίηση, μια εγγύτητα που κάποτε υπήρξε πραγματικά. Αυτές οι στιγμές δεν ακυρώνονται από τη φθορά που ήρθε μετά, και αυτό ακριβώς τις κάνει πιο δύσκολο να τις αποχωριστεί κανείς. Κάπως έτσι λειτουργεί εδώ και η ελπίδα: όχι σαν αφέλεια, αλλά σαν απόδειξη ότι η επένδυση δεν ήταν μάταιη, έστω κι αν, σιωπηλά, θα σήμαινε να αντιμετωπίσει την πιο δύσκολη σκέψη: ότι ίσως η καλή εκδοχή να ήταν πάντα προσωρινή, κι όχι το αληθινό πρόσωπο της σχέσης.

Το πιο εντυπωσιακό, ίσως, είναι πόσο μακριά φτάνει αυτή η εγρήγορση, πέρα κι από την ίδια την παρουσία της. Κάποιος περιέγραφε ένα περιστατικό, ήταν μόνος στο γραφείο του, όταν έπιασε ξαφνικά το κινητό του και κοίταξε την οθόνη. Δεν είχε έρθει καμία ειδοποίηση. Όταν τον ρώτησα τι σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή, απάντησε σχεδόν αυθόρμητα: «Αναρωτήθηκα αν της έχω απαντήσει στο τελευταίο μήνυμα. Αν αργήσω, ξέρω ότι μπορεί να αρχίσει να λέει πως την αγνοώ.» Δεν ήταν εκεί. Δεν είχε γράψει τίποτα. Κι όμως η παρουσία της συνέχιζε να οργανώνει τη συμπεριφορά του, σαν να είχε εγκατασταθεί μόνιμα κάπου μέσα στο κεφάλι του, ανεξάρτητη πια από το αν εκείνη ήταν πραγματικά εκεί ή όχι.

Κανείς από όσους περιέγραψα εδώ δεν ζήτησε από κάποιον να τον λυπηθεί. Δεν μιλούσαν με πόνο εμφανή, με φωνή που έτρεμε, με τα σημάδια που συνήθως αναγνωρίζουμε ως «κρίση». Μιλούσαν με την ηρεμία κάποιου που περιγράφει μια συνήθεια, σαν να ρωτούσαν, μαζί μου, από πότε ακριβώς αυτό έγινε φυσιολογικό. Κι ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής περιγραφή του τι σημαίνει να ζεις δίπλα σε συνεχή αμφισβήτηση: δεν το νιώθεις σαν κρίση. Το νιώθεις σαν τον εαυτό σου.

 

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

Ποια είναι τα πιο συνηθισμένα σημάδια ότι ένας άνδρας επηρεάζεται από μια γυναίκα με ναρκισσιστική διαταραχή;

Συχνά εμφανίζονται η συνεχής απολογία, η αυτοαμφισβήτηση, ο φόβος της σύγκρουσης, η υπερβολική προσαρμογή και η δυσκολία να εμπιστευτεί τη δική του κρίση.

Γιατί οι σύντροφοι γυναικών με ναρκισσιστική διαταραχή δυσκολεύονται να φύγουν;

Επειδή η ψυχολογική φθορά αναπτύσσεται σταδιακά. Η αυτοπεποίθηση μειώνεται, η κρίση αμφισβητείται και η ελπίδα ότι η σχέση θα επιστρέψει στις καλές στιγμές παραμένει ισχυρή.

Είναι φυσιολογικό να ζητάω συνέχεια συγγνώμη μέσα στη σχέση;

Η περιστασιακή συγγνώμη είναι φυσιολογική. Όταν όμως γίνεται αυτόματη αντίδραση ακόμη και χωρίς προσωπική ευθύνη, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η σχέση βασίζεται στον φόβο της αντίδρασης του άλλου.

Μπορεί μια τέτοια σχέση να οδηγήσει σε απώλεια εμπιστοσύνης στον εαυτό;

Ναι. Η συστηματική αμφισβήτηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αναμνήσεων μπορεί να οδηγήσει το άτομο να μην εμπιστεύεται πλέον τη δική του αντίληψη της πραγματικότητας.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *