Παθητική επιθετικότητα: όταν η ενοχή είναι το μόνο στοιχείο
Μια γυναίκα μού είχε πει κάποτε, μέσα στο γραφείο: «Δεν μου είπε ποτέ κάτι άσχημο… αλλά κάθε φορά που έφευγα από κοντά του ένιωθα σαν να είχα κάνει κάτι λάθος.»
Δεν υπήρχε τίποτα συγκεκριμένο να καταδείξει κανείς. Καμία φράση να την καταγράψει, κανένα επεισόδιο αρκετά καθαρό ώστε να το αφηγηθεί σε μια φίλη, χωρίς να ακουστεί υπερβολική. Έμενε μόνο ένα ίχνος, μια ενοχή χωρίς αντικείμενο, που κουβαλούσε μαζί της ως το σπίτι, σαν κάτι κολλημένο πάνω της που δεν έβγαινε με τίποτα.
Δεν είναι κάποια επίθεση με λόγια αυτό που την είχε κάνει να νιώσει έτσι. Είναι η απουσία τους, μια απουσία τόσο καλά οργανωμένη, ώστε ό,τι μείνει μετά να το κουβαλήσει εκείνη.
Τι είναι η παθητική επιθετικότητα; Η παθητική επιθετικότητα είναι ένας τρόπος έκφρασης θυμού ή δυσαρέσκειας χωρίς άμεση αντιπαράθεση, μέσα από σιωπή, ειρωνία, καθυστέρηση ή αδιάφορες απαντήσεις όπως «ό,τι πεις εσύ». Δεν αφήνει ορατά στοιχεία, αλλά αφήνει, σε όποιον τη δέχεται, ενοχή, σύγχυση και σωματική ένταση.
Το σώμα προλαβαίνει το μυαλό

Το παρατηρώ συχνά στη δουλειά, πριν καν προλάβει ο θεραπευόμενος να βρει τις λέξεις να το εκφράσει. Κάποιος αρχίζει να περιγράφει έναν άνθρωπο, π.χ. σύντροφο, γονιό, προϊστάμενο, και κάπου στη μέση της πρότασης η αναπνοή του γίνεται πιο ρηχή. Οι ώμοι ανεβαίνουν λίγα χιλιοστά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Ο αυχένας σφίγγει, σαν το σώμα να περιμένει ένα χτύπημα που δεν έρχεται ποτέ με τον τρόπο που θα το περίμενε.
Όταν το επισημαίνω, η αντίδραση είναι σχεδόν πάντα η ίδια έκπληξη: δεν το είχε καταλάβει. Έμενε σε επιφυλακή για κάτι που, αν το έγραφε σε χαρτί, δεν θα έμοιαζε με κάτι το ιδιαίτερο. Καμία ατάκα να τη δείξει σε κάποιον. Κι όμως οι ώμοι το ήξεραν πριν από το μυαλό.
Εδώ βρίσκεται, νομίζω, το πρώτο πραγματικό στοιχείο της παθητικής επιθετικότητας: δεν αφήνει ίχνη στα λόγια, αφήνει ίχνη στο σώμα όσων τη δέχονται, κάτι που το μυαλό ακόμα προσπαθεί να αρνηθεί, να δικαιολογήσει, ή να μετατρέψει σε δική του υπερβολή.
Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η σωματική αντίδραση συνήθως προηγείται κατά πολύ της συνειδητοποίησης. Κάποιος μπορεί να περνάει μήνες, ακόμη και χρόνια, λέγοντας στον εαυτό του πως όλα είναι όπως πρέπει, ενώ κάτι μέσα του είχε ήδη αρχίσει να σφίγγεται κάθε φορά που άκουγε τα βήματα του άλλου στην πόρτα. Δεν πρόκειται για υπερβολή, όσο κι αν έτσι βιώνεται. Είναι απλώς μια πληροφορία που φτάνει νωρίτερα απ’ όσο μπορεί να τη διαχειριστεί το μυαλό χωρίς να νιώσει ότι υπερβάλλει.
Η γλώσσα τού «όπως θέλεις»

Αυτό που νιώθει πρώτο το σώμα, το μυαλό το ψάχνει αργότερα στις λέξεις, κι εκεί ακριβώς κρύβεται καλύτερα η παθητική επιθετικότητα.
Μια θεραπευόμενη μού περιέγραψε κάποτε πόσες μέρες πέρασε προσπαθώντας να καταλάβει αν είχε παρεξηγήσει μια συζήτηση με τον σύντροφό της. «Δεν μπορούσα να βρω ούτε μία ξεκάθαρη προσβολή», μου είπε. «Κι όμως ένιωθα διαλυμένη.»
Όταν κοιτάξαμε πιο προσεκτικά τι είχε πραγματικά συμβεί, δεν βρήκαμε πουθενά υψωμένη φωνή. Βρήκαμε αλλεπάλληλα «όπως νομίζεις», ένα ειρωνικό χαμόγελο εδώ κι εκεί, και μια σιωπή που κράτησε αρκετά ώστε να απολογηθεί τελικά εκείνη για κάτι που ποτέ δεν είχε κάνει.
Είναι μια συνηθισμένη κατάληξη αυτή. Ο άλλος δεν σου λέει ποτέ τι θέλει, αλλά περιμένει να το μαντέψεις, και μετά σε τιμωρεί ήσυχα όταν μαντεύεις λάθος. «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς», λέει, ενώ έχει καταλάβει πολύ καλά. Καμία απάντηση δεν σου δίνει κάτι να πιαστείς. Όλες, όμως, σου αφήνουν κάτι να κουβαλήσεις.
Ο ανοιχτός θυμός, όσο δύσκολος κι αν είναι, τουλάχιστον λέει τι θέλει. Αυτός εδώ όχι.
Υπάρχει και μια πιο αργή εκδοχή του ίδιου μοτίβου, λιγότερο θεατρική αλλά εξίσου επιβαρυντική. Μια υπόσχεση που ξεχνιέται, πάντα με, φαινομενικά, φυσικό τρόπο. Ένα ραντεβού που καθυστερεί, χωρίς ποτέ τόση καθυστέρηση ώστε να δικαιολογείται κάποιο παράπονο. Ένα «θα το κάνω» που μένει στη μέση, μέχρι να το αναλάβει τελικά ο άλλος, μόνο και μόνο για να μη γίνει αφόρητη η κατάσταση. Καμία από αυτές τις στιγμές, από μόνη της, δεν αξίζει να οδηγήσει σε καβγά. Μαζεμένες, όμως, συνθέτουν μια ζωή όπου κάποιος πάντα περιμένει τον άλλον να ενεργήσει σαν ενήλικας, και ο άλλος πάντα βρίσκει έναν λόγο να μην το κάνει.
Πώς ο θύτης γίνεται θύμα
Η ασάφεια εδώ δεν είναι τυχαία, είναι λειτουργική. Όποιος τη χρησιμοποιεί μπορεί ανά πάσα στιγμή να αρνηθεί ό,τι μόλις έκανε ή είπε. «Δεν το εννοούσα». «Παρεξήγησες». «Είσαι υπερευαίσθητος/η». Και ξαφνικά ο άλλος βρίσκεται να απολογείται για την ίδια του τη δυσφορία, αντί να ζητά εξηγήσεις για την αιτία της.
Δεν πρόκειται πάντα για συνειδητή στρατηγική. Αρκετές φορές είναι ένας μηχανισμός τόσο παλιός και τόσο αυτόματος, που ούτε ο ίδιος ο άνθρωπος που τον χρησιμοποιεί δεν τον βλέπει καθαρά. Ξέρει μόνο ότι κάτι τον ενόχλησε, και ξέρει, χωρίς να το σκέφτεται καν, ότι η ανοιχτή σύγκρουση τού είναι αφόρητη. Έτσι η ενόχληση βγαίνει αλλού, έμμεσα, μέσα από μια καθυστέρηση, μια επιλεκτική λήθη, μια σιωπή που κρατά λίγο παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται..
Κάποτε αυτή η συμπεριφορά είχε τη δική της θέση στα ψυχιατρικά εγχειρίδια, ως αυτοτελής διαταραχή προσωπικότητας. Σήμερα θεωρείται μάλλον χαρακτηριστικό παρά ξεχωριστή διάγνωση, ίσως γιατί σπάνια κανείς την ασκεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε σχέση της ζωής του. Υπάρχει συχνά κάποιος συγκεκριμένος, π.χ. ένας σύντροφος, ένας γονιός, ένα αφεντικό, που τη φέρνει στην επιφάνεια, ενώ σε άλλες σχέσεις ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να συμπεριφέρεται και να φαίνεται εντελώς διαφορετικός.
Η ζήλια, όταν υπάρχει, σπάνια βγαίνει ως ζήλια. Βγαίνει ως ένα σχόλιο πετυχημένο ακριβώς εκεί που πονάει, ως μια σιωπή που απλώνεται όταν ο άλλος μιλάει με ενθουσιασμό για κάτι δικό του, ως μια ψυχρότητα που δεν εξηγείται ποτέ αλλά γίνεται αισθητή σε κάθε δωμάτιο. Λίγοι άνθρωποι νιώθουν άνετα να πουν «ζηλεύω». Πολύ περισσότεροι βρίσκουν τρόπο να το δείξουν χωρίς να το πουν ποτέ.
Γιατί κανείς δεν σε πιστεύει εύκολα

Ένα από τα πιο σκληρά κομμάτια αυτής της εμπειρίας δεν είναι η ίδια η συμπεριφορά, είναι η μοναξιά που την ακολουθεί. Αν πας να το περιγράψεις σε κάποιον τρίτο, ακούγεται σαν τίποτα. «Μα τι ακριβώς σου είπε;» Και δεν έχεις τίποτα συγκεκριμένο να απαντήσεις, εκτός από το βάρος που κουβαλάς.
Ο άνθρωπος που ασκεί αυτή τη συμπεριφορά, συνήθως, παρουσιάζεται προς τα έξω ως ιδιαίτερα ευχάριστος, με έγνοια για τους γύρω του. Αυτό δεν είναι υποκρισία με την απλή έννοια, αλλά μέρος του ίδιου μηχανισμού. Όσο πιο συμπαθής φαίνεται σε όλους τους άλλους, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για εκείνον που τον ζει από κοντά να εξηγήσει γιατί νιώθει έτσι.
Αυτή η αντίθεση, δηλαδή ο γοητευτικός εξωτερικός εαυτός απέναντι στην ιδιωτική εμπειρία όσων ζουν μαζί του, δεν είναι πάντα υπολογισμένη υποκρισία, όσο κι αν έτσι φαίνεται από απόσταση. Πολύ συχνά ο ίδιος ο άνθρωπος πιστεύει ειλικρινά την εικόνα που δείχνει, και θεωρεί υπερβολικό ή άδικο οτιδήποτε και οποιονδήποτε τον αμφισβητεί. Έτσι, όποιος τολμήσει να μιλήσει γι’ αυτό σε τρίτους, συχνά ακούει ότι μάλλον παρεξηγεί, ότι είναι πολύ αυστηρός, ότι «δεν μοιάζει καθόλου» με τον άνθρωπο που περιγράφει. Η αμφισβήτηση προστίθεται πάνω στην αρχική πληγή, σαν δεύτερο χτύπημα.
Τι φοβάται κανείς όταν δεν λέει τίποτα
Πίσω από την ασάφεια κρύβεται συνήθως φόβος, όχι υπολογισμός. Φόβος της εγγύτητας, που κάνει κάποιον να τραβιέται πίσω ακριβώς τη στιγμή που ο άλλος αρχίζει να τον υπολογίζει σοβαρά στη ζωή του. Φόβος της εξάρτησης, που μετατρέπεται σε ανάγκη ελέγχου, γιατί το να ελέγχεις κάποιον μοιάζει πιο ασφαλές από το να παραδεχτείς πόσο πολύ τον χρειάζεσαι.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι που λειτουργούν με τον τρόπο αυτόν δυσκολεύονται εξίσου τόσο με την οικειότητα όσο και με την εξουσία. Και οι δύο τους ζητούν το ίδιο πράγμα, το πιο δύσκολο: να μπορέσουν να λειτουργήσουν χωρίς άμυνα, χωρίς πανοπλία.
Καμιά φορά αυτή η στάση συνυπάρχει με άγχος, με κατάθλιψη, με έναν πυρήνα ναρκισσιστικής ευθραυστότητας. Δεν χρειάζεται όμως πάντα διάγνωση για να αναγνωριστεί. Αρκεί, πολλές φορές, το ίχνος που αφήνει πίσω του σε όσους ζουν δίπλα σε ένα τέτοιο άτομο.
Υπάρχει και μια δεύτερη αντίφαση, πιο λεπτή. Οι ίδιοι άνθρωποι που φοβούνται τόσο πολύ την εξάρτηση, συχνά δεν αντέχουν καθόλου τη μοναξιά. Χρειάζονται κάποιον δίπλα τους σχεδόν διαρκώς, αλλά δεν του επιτρέπουν ποτέ να πλησιάσει αρκετά ώστε να γίνει πραγματικά σημαντικός. Η εξάρτηση δεν εξαφανίζεται, απλώς αλλάζει διεύθυνση, δηλαδή από την ανάγκη του άλλου, στην ανάγκη να τον έχει κανείς υπό έλεγχο.
Η θεραπεία δεν λύνει τον γρίφο, τον μετακινεί
Μια τέτοια αντίφαση δεν επιλύεται με τη λογική, όσο καθαρά κι αν την περιγράψει κανείς σε χαρτί. Χρειάζεται χρόνο, και συνήθως χρειάζεται κάποιον τρίτο να τη δει πρώτος καθαρά. Αυτός είναι, τις περισσότερες φορές, ο μόνος πραγματικός ρόλος της θεραπείας εδώ.
Στην ψυχαναλυτική δουλειά, το ερώτημα δεν είναι πώς να «διορθωθεί» κάποιος που λειτουργεί έτσι, σαν να πρόκειται για βλάβη. Είναι πώς έμαθε, πολύ νωρίς, ότι η ανοιχτή έκφραση θυμού κοστίζει πολύ ακριβά, όπως μια απόρριψη, μια τιμωρία, ίσως απλώς ένα βλέμμα που δεν άντεχε. Η πλάγια οδός δεν είναι κακία εκ γενετής, είναι η μόνη οδός που έμαθε ότι επιτρεπόταν.
Αυτό δεν ελαφρύνει το βάρος που κουβαλά ο απέναντι. Δημιουργεί όμως, καμιά φορά, ένα διαφορετικό ερώτημα σε όποιον προσπαθεί να καταλάβει γιατί μένει, όχι «γιατί τον αγαπώ παρ’ όλα αυτά», αλλά «γιατί μου είναι τόσο οικεία αυτή η σιωπή; Τι ξέρω εγώ ο ίδιος για το πόσο κοστίζει να λες τι θέλεις;»
Τι μένει, τελικά

Δεν ξέρω αν υπάρχει εύκολος τρόπος να αντιμετωπιστεί κάποιος με τέτοιο μοτίβο, όταν τον ζει δίπλα του καθημερινά. Ό,τι έχω δει να βοηθά περισσότερο δεν είναι η προσπάθεια να αποδειχθεί το αναπόδεικτο, δηλαδή να καταγραφεί, να τεκμηριωθεί, να πειστεί κάποιος τρίτος. Είναι κάτι πιο δύσκολο και πιο αργό: είναι να μάθει κανείς να εμπιστεύεται το σώμα του περισσότερο από τα λόγια που άκουσε.
Γιατί τελικά δεν είναι τα λόγια που πληγώνουν σε αυτή την περίπτωση. Είναι η αμφιβολία που αφήνουν πίσω τους.
Η γυναίκα εκείνη, με τον καιρό, έμαθε να αναγνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε μια ενοχή που της ανήκε πραγματικά και σε μια ενοχή που απλώς της φορτώθηκε. Δεν σταμάτησε εντελώς να τη νιώθει όταν έφευγε από κοντά του. Έμαθε, όμως, να μην την πιστεύει αυτόματα.
Δεν είναι μικρό επίτευγμα αυτό, όσο αθόρυβο κι αν ακούγεται. Σημαίνει να αρχίσεις να ρωτάς, κάθε φορά που η ενοχή εμφανίζεται χωρίς αιτία: αυτό είναι δικό μου, ή μου το άφησε κάποιος άλλος φεύγοντας; Δεν είναι ερώτηση που απαντιέται μία φορά και, στη συνέχεια, κλείνει. Ξαναγυρνά, ειδικά στις σχέσεις που μοιάζουν πιο ήσυχες απ’ όσο θα έπρεπε.
Δεν χρειάζεται να έχεις ζήσει ακριβώς αυτή την ιστορία για να αναγνωρίσεις κάτι μέσα της. Ίσως, διαβάζοντας, σου ήρθε στο μυαλό μια συγκεκριμένη σιωπή, ένα συγκεκριμένο «όπως θέλεις» που δεν το ξανασκέφτηκες ποτέ σοβαρά. Ίσως, όμως, σου ήρθε και κάτι διαφορετικό, μια στιγμή που ήσουν εσύ ο σιωπηλός, εσύ που δεν βρήκες τρόπο να πεις τι σε ενοχλούσε σε κάποιον που σε ρώτησε ευθέως.
Δεν είναι πάντα ξεκάθαρο ποιος από τους δύο ρόλους σου ταιριάζει περισσότερο, ούτε χρειάζεται να αποφασιστεί εδώ. Το μόνο σίγουρο είναι πως και οι δύο μαθαίνονται από πολύ νωρίς, πολύ πριν καταλάβουμε ότι μαθαίνουμε κάτι.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Τι είναι η παθητική επιθετικότητα; Η παθητική επιθετικότητα είναι ένας τρόπος έκφρασης θυμού χωρίς ανοιχτή αντιπαράθεση — μέσα από σιωπή, ειρωνία, καθυστέρηση, ή φράσεις όπως «όπως θέλεις». Θεωρούνταν κάποτε αυτοτελής διαταραχή προσωπικότητας· σήμερα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως χαρακτηριστικό συμπεριφοράς.
2. Ποια είναι τα πιο συνηθισμένα σημάδια παθητικής επιθετικότητας σε μια σχέση; Επαναλαμβανόμενες φράσεις όπως «όπως νομίζεις», ειρωνικά σχόλια, ξεχασμένες υποσχέσεις, χρόνιες καθυστερήσεις, παρατεταμένη σιωπή μετά από διαφωνία, και η τάση να καταλήγει ο άλλος να απολογείται χωρίς σαφή λόγο.
3. Γιατί κάποιος γίνεται παθητικά επιθετικός αντί να εκφράζει ανοιχτά τον θυμό του; Συνήθως πίσω από αυτό κρύβεται φόβος —όχι υπολογισμός— ότι η ανοιχτή έκφραση θυμού θα κοστίσει ακριβά. Πολλές φορές είναι μοτίβο που μαθαίνεται πολύ νωρίς, μέσα στην οικογένεια.
4. Πώς μπορώ να αντιδράσω όταν κάποιος μου φέρεται παθητικά επιθετικά; Το πιο χρήσιμο δεν είναι να αποδείξετε το αναπόδεικτο, αλλά να μάθετε να εμπιστεύεστε τη δική σας σωματική και συναισθηματική αντίδραση περισσότερο από τα λόγια που ακούσατε — και να θέτετε όρια, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει «απόδειξη».
5. Παθητική επιθετικότητα ή ναρκισσισμός — ποια η διαφορά; Δεν αποκλείονται μεταξύ τους· η παθητική επιθετικότητα μπορεί να συνυπάρχει με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η πρώτη είναι τρόπος έκφρασης θυμού· ο ναρκισσισμός αφορά ευρύτερα την εικόνα εαυτού και την ανάγκη θαυμασμού.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.


[…] Πηγή: https://www.i-psyxologos.gr/pathitiki-epithetikotita/?fbclid=IwAR2ALy8KmvYCMh3Gqm0u_BWvAhqOKaC1NuEQtm… […]
Πόσο εύκολο είναι άτομα με αυτά τα χαρακτηριστικά να αλλάξουν μέσα από την ψυχοθεραπεία;
Καλησπέρα σας
Το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αποκατασταθεί κάποια ψυχική διαταραχή ή ψυχικό πρόβλημα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και ποικίλει από άτομο σε άτομο.
Το σίγουρο είναι, πάντως, πως μπορούν τα άτομα αυτά να αλλάξουν, αν κάνουν μια συστηματική δουλειά με τον εαυτό τους, με τη βοήθεια ενός εκπαιδευμένου και έμπειρου θεραπευτή.
Καλησπέρα σας.
Μήπως θα μπορούσατε να αναφέρετε και τους τρόπους αντιμετώπισης, τους οποίους εμπεριέχει η επικεφαλίδα, αλλά δεν βρήκα εντός του άρθρου;
Πιστεύω πως ανήκω στα παθητικώς επιθετικά άτομα και πως έχω τελειοποιήσει σχεδόν τα περισσότερα χαρακτηριστικά από αυτά που αναγράφετε.
Δε θέλω να εξακολουθήσω να είμαι ένας τέτοιος άνθρωπος και οι όσες συνεδρίες και αγωγές ακολούθησα δεν είχαν κάποιο αξιόλογο αποτέλεσμα.
Το πιθανότερο είναι πως ο ίδιος τις σαμποτάριζα.
Θα το εκτιμούσα εάν μου απαντούσατε (και) στο προσωπικό email μου.
Ευχαριστώ.