Οι ιστορίες ορισμένων ανθρώπων έχουν μια παράξενη ιδιότητα: όσο περισσότερες λεπτομέρειες αποκτούν, τόσο λιγότερο πείθουν. Ο ακροατής προσέχει, σχεδόν χωρίς να το θέλει, ότι το ίδιο περιστατικό έχει άλλη σκηνή τη μία φορά και άλλη την επόμενη, ότι οι πρωταγωνιστές αλλάζουν ανάλογα με το ποιος κάθεται απέναντι. Στην αρχή δεν ρωτά. Κρατά μια μικρή απόσταση, χωρίς να μπορεί να πει γιατί. Όταν το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται επίμονα και οι ψευδείς ή υπερβολικές αφηγήσεις παίρνουν κεντρική θέση στη ζωή ενός ανθρώπου, τότε μιλάμε, στην καθομιλουμένη, για μυθομανία.
Το ψέμα από μόνο του λέει λίγα. Όλοι λέμε ψέματα, για να αποφύγουμε μια συνέπεια ή για να παρουσιάσουμε μια κατάσταση λίγο πιο ευνοϊκή απ’ ό,τι είναι. Εδώ η αφήγηση μοιάζει να κάνει άλλη δουλειά: προσφέρει, έστω προσωρινά, ό,τι η πραγματική ζωή δυσκολεύεται να δώσει, όπως θαυμασμό και αίσθηση αξίας ή μια απόσταση από κάτι που πονά.
Εδώ βρίσκεται και το πιο δύσκολο σημείο για όποιον θέλει να καταλάβει. Πίσω από μια ψευδή ιστορία, μπορεί να υπάρχει και ένας άνθρωπος που προσπαθεί, με δυσλειτουργικό τρόπο, να διαχειριστεί τη σχέση του με τον εαυτό του και με τους άλλους.
Στη διεθνή βιβλιογραφία η μυθομανία αναφέρεται ως pseudologia fantastica ή pathological lying (παθολογική ψευδολογία) και περιγράφει ένα επίμονο μοτίβο ψευδών ή υπερβολικών αφηγήσεων, που παίρνει κεντρική θέση στη ζωή και στις σχέσεις ενός ανθρώπου. Δεν αποτελεί αυτοτελή διάγνωση και δεν προκύπτει από μεμονωμένα ψέματα.
Τι είναι πραγματικά η μυθομανία;
Οι ψευδείς αφηγήσεις μπορεί να αφορούν την ταυτότητα, τη δουλειά, τις σπουδές, την υγεία ή σημαντικά γεγονότα της ζωής και συχνά έχουν έντονο αφηγηματικό χαρακτήρα. Το φαινόμενο περιγράφεται στην ιατρική βιβλιογραφία εδώ και πάνω από έναν αιώνα και, σύμφωνα με μια ανασκόπηση των Dike και συνεργατών (2005), παραμένει ανεπαρκώς κατανοητό.
Στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5) δεν υπάρχει ως αυτοτελής διάγνωση, και η ψυχιατρική κοινότητα δεν έχει καταλήξει αν πρόκειται για σύμπτωμα διαφορετικών καταστάσεων ή για ξεχωριστή οντότητα. Μια μελέτη των Curtis και Hart (2020), σε δείγμα 623 ανθρώπων που απάντησαν σε ερωτηματολόγια, υποστήριξε ότι η παθολογική ψευδολογία θα μπορούσε να οριστεί ως διαγνωστική οντότητα, όμως το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

Πιο χρήσιμα από το «πόσα ψέματα λέει;» είναι άλλα ερωτήματα: πόσο επίμονο είναι το μοτίβο, τι λειτουργία επιτελεί το ψέμα, πόσο έλεγχο έχει το άτομο πάνω του, ποια είναι η επίγνωσή του και πόσο επηρεάζονται η καθημερινότητα και οι σχέσεις του.
Μυθομανία και συνηθισμένο ψέμα: ποια είναι η διαφορά;
Το συνηθισμένο ψέμα συνδέεται συνήθως με μια συγκεκριμένη στιγμή και έναν σκοπό. Γι’ αυτό, από μόνο του, δεν αποτελεί ένδειξη ψυχολογικής διαταραχής. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στη λειτουργία και στην έκταση του φαινομένου: στην παθολογική ψευδολογία, οι ιστορίες επαναλαμβάνονται επίμονα, απλώνονται σε πολλούς τομείς της ζωής και συνεχίζονται ακόμη και όταν δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο σαφές εξωτερικό όφελος.
Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, κάποιον που αφήνει να εννοηθεί ότι γνωρίζει προσωπικά έναν σημαντικό άνθρωπο του χώρου του. Αν πρόκειται για περιστασιακό ψέμα, η ιστορία μπορεί να τελειώσει εκεί. Όταν, όμως, χτίζεται γύρω της ένα ολόκληρο αφήγημα, με το πότε έγινε η γνωριμία, τι ειπώθηκε και ποια σχέδια ακολούθησαν, και κάθε αμφισβήτηση φέρνει μια νέα ιστορία για να στηρίξει την προηγούμενη, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το μεμονωμένο ψέμα στο επίμονο μοτίβο. Μια ιστορία χρειάζεται τότε μια επόμενη για να σταθεί.
Ένα απλό όριο ανάμεσα στο «φυσιολογικό» και το «παθολογικό» ψέμα δεν υπάρχει. Η έρευνα δεν έχει καταλήξει σε καθολικά αποδεκτά διαγνωστικά κριτήρια, και γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή με τις εύκολες ετικέτες.
Γιατί κάποιος κατασκευάζει μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού του;
Μερικές φορές, το ψέμα επιχειρεί, πέρα από το να κρύψει την πραγματικότητα, να την κάνει λίγο πιο υποφερτή.
Ένας άνθρωπος μπορεί να παρουσιάζει τον εαυτό του πιο επιτυχημένο και πιο σημαντικό απ’ όσο αισθάνεται ότι είναι, αφηγούμενος επιτεύγματα ή γνωριμίες που δεν συνέβησαν ποτέ ακριβώς έτσι. Όσο οι άλλοι δέχονται την ιστορία, ακούγεται προσωρινά μια φωνή που λέει: «είμαι αυτός που θέλω να είμαι».

Η βιβλιογραφία έχει περιγράψει ως πιθανά κίνητρα την αυτομεγέθυνση και την αναζήτηση προσοχής. Σε μια συστηματική ανασκόπηση που συγκέντρωσε 55 δημοσιευμένα περιστατικά, αυτά ήταν τα συχνότερα κίνητρα, ενώ ακολουθούσε η υιοθέτηση του ρόλου του ασθενούς. Το δείγμα είναι μικρό και περιλαμβάνει μόνο περιστατικά που έχουν δημοσιευθεί, οπότε δεν αντιπροσωπεύει απαραίτητα όλους όσους ψεύδονται επίμονα. Έχουν συζητηθεί, επίσης, η ευαλωτότητα και τα ζητήματα αυτοεικόνας, όμως καμία εξήγηση δεν καλύπτει όλες τις περιπτώσεις.
Ψυχοδυναμικά, μπορούμε να σκεφτούμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που κάποιος αισθάνεται ότι είναι και σε αυτό που χρειάζεται να πιστεύουν οι άλλοι ότι είναι. Η ανάγνωση αυτή είναι κλινική υπόθεση και δεν έχει επιβεβαιωθεί εμπειρικά για όλες τις περιπτώσεις. Η πραγματική ζωή περιέχει αποτυχίες και απορρίψεις. Η κατασκευασμένη εκδοχή του εαυτού μπορεί να είναι πιο γενναία και πιο αγαπητή. Σε αυτή την ανάγνωση, το ψέμα θυμίζει, σε ακραία μορφή, την ευρύτερη ανάγκη για επιβεβαίωση από τους άλλους.
Όταν το ψέμα γίνεται τρόπος να υπάρχω στα μάτια των άλλων
Μια κατασκευασμένη εικόνα του εαυτού χρειάζεται μάρτυρες. Όταν η ανάγκη να φανεί κάποιος σημαντικός ή ξεχωριστός γίνεται πολύ έντονη, οι άλλοι γίνονται συμμέτοχοι της ιστορίας: τη θαυμάζουν και τη διατηρούν ζωντανή. Το ψέμα παύει τότε να είναι μια μεμονωμένη πράξη και γίνεται τρόπος σχέσης.
Σε αυτή τη θέση, η αλήθεια γίνεται δυσβάστακτη. Η πραγματική εικόνα του εαυτού, με τις αδυναμίες και τους περιορισμούς της, βαραίνει περισσότερο όταν η αίσθηση αξίας εξαρτάται τόσο πολύ από το βλέμμα των άλλων. Μια αμφισβήτηση της ιστορίας μπορεί τότε να βιώνεται ως απειλή που ξεπερνά το συγκεκριμένο γεγονός και αγγίζει την ίδια την εικόνα που έχει χτίσει ο άνθρωπος για τον εαυτό του.
Ξέρει ο μυθομανής ότι λέει ψέματα;
Όσο η ιστορία γίνεται κομμάτι της εικόνας που έχει κάποιος για τον εαυτό του, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πούμε πού τελειώνει η γνώση και πού αρχίζει η πεποίθηση. Έτσι φτάνουμε στο ερώτημα που συχνά απασχολεί πρώτο τους οικείους, και ίσως στο πιο σύνθετο απ’ όλα.
Στο συνηθισμένο ψέμα, υπάρχει συνήθως επίγνωση ότι αυτό που λέμε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στην παθολογική ψευδολογία, η σχέση ανάμεσα στην επίγνωση, την πρόθεση και την αφήγηση είναι λιγότερο σαφής, και η βιβλιογραφία εξακολουθεί να συζητά σε ποιον βαθμό οι ιστορίες είναι συνειδητά κατασκευασμένες. Σε ορισμένες περιγραφές, το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει την αναλήθεια όταν έρθει αντιμέτωπο με συγκεκριμένα στοιχεία, και αυτό έχει περιγραφεί ως μία από τις διαφορές από την παραληρητική πεποίθηση, όπου το άτομο βιώνει την πεποίθηση ως πραγματική.

Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει, σε κάποιο επίπεδο, ότι μια ιστορία δεν είναι αληθινή και ταυτόχρονα να έχει επενδύσει τόσο πολύ σε αυτήν, ώστε η αφήγησή της να έχει γίνει μέρος της εικόνας του εαυτού του. Ίσως, λοιπόν, πιο γόνιμο από το «ξέρει ότι λέει ψέματα;» να είναι το ερώτημα: «τι συμβαίνει μέσα του όταν χρειάζεται να πει αυτή την ιστορία;».
Μια παρατήρηση από την ψυχοθεραπεία ενός ατόμου, άσχετη με τη μυθομανία, βοηθά ίσως να σκεφτούμε το ερώτημα αυτό. Ένας άνθρωπος χαμογελούσε κάθε φορά που πλησίαζε σε κάτι που τον πλήγωνε. Δεν ήταν χαμόγελο χαράς. Ήταν σαν να έμπαινε ανάμεσα στον ίδιο και σε αυτό που ένιωθε. Μια ιστορία που χρειάζεται να ειπωθεί μπορεί να λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο, σαν κάτι που στέκεται ανάμεσα στον άνθρωπο και σε ό,τι δεν αντέχει να νιώσει, αν και αυτό είναι μια υπόθεση.
Μυθομανία και άλλες ψυχικές διαταραχές: τι πρέπει να ξεχωρίζουμε
Η συζήτηση για το αν ο άνθρωπος γνωρίζει ότι ψεύδεται, οδηγεί σε μια σύγχυση που συναντάται συχνά, γιατί η μυθομανία δεν ταυτίζεται με καμία από τις διαγνώσεις με τις οποίες συνδέεται. Δεν είναι συνώνυμη της ναρκισσιστικής διαταραχής προσωπικότητας, της αντικοινωνικής ή της μεταιχμιακής (οριακής) διαταραχής προσωπικότητας, και ο άνθρωπος που αφηγείται γεγονότα που δεν συνέβησαν δεν πάσχει απαραίτητα από ψύχωση.
Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει καταγράψει περιπτώσεις όπου η παθολογική ψευδολογία συνυπάρχει με άλλες διαταραχές, όχι όμως ότι προκαλεί ή προκαλείται από αυτές. Η ίδια ανασκόπηση κατέγραψε ως συχνότερες συνυπάρχουσες διαγνώσεις τις διαταραχές προσωπικότητας (κυρίως της λεγόμενης ομάδας Β, όπου ανήκουν, για παράδειγμα, η ναρκισσιστική και η μεταιχμιακή), τις καταθλιπτικές διαταραχές και τις διαταραχές που σχετίζονται με τραύμα και στρες. Η συνύπαρξη ωστόσο δεν αποδεικνύει αιτία, και δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που ψεύδεται επίμονα εντάσσεται σε κάποια από αυτές.

Χρειάζεται, επίσης, να ξεχωρίζει κανείς την παθολογική ψευδολογία από την προσποιητή διαταραχή (factitious disorder), όπου το άτομο παρουσιάζει σκόπιμα τον εαυτό του ως ασθενή, και από την προσποίηση (malingering), όπου η εξαπάτηση συνδέεται με συγκεκριμένο εξωτερικό όφελος. Γι’ αυτό, η κλινική αξιολόγηση δεν περιορίζεται στο ίδιο το ψέμα και δεν μπορεί να γίνει από απόσταση ούτε από λίγες συζητήσεις με τον άνθρωπο ή με τους οικείους του.
Όταν η αλήθεια μιας σχέσης αρχίζει να γίνεται αβέβαιη
Οι προηγούμενες ενότητες αφορούσαν όσα συμβαίνουν στον αφηγητή. Στον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι συμβαίνει κάτι άλλο, και μπορεί να αρχίσει μετά την αποκάλυψη ενός ψέματος. Ξεκινά να αναρωτιέται αν αυτό που άκουσε χθες ήταν αληθινό, αν θυμάται σωστά ένα γεγονός, αν μπορεί να στηριχθεί σε όσα θα ακούσει αύριο. Η σχέση, από χώρο οικειότητας, μπορεί να μετατραπεί σταδιακά σε χώρο ελέγχου και αβεβαιότητας.
Ένας σύντροφος, για παράδειγμα, μπορεί να γνωρίζει ότι μια συγκεκριμένη ιστορία δεν συνέβη όπως παρουσιάζεται. Όταν όμως ακούει μια διαφορετική εκδοχή ξανά και ξανά, μπορεί τελικά να σταματήσει να συζητά το ίδιο το γεγονός και να αρχίσει να αναρωτιέται αν εμπιστεύεται πλέον τη δική του μνήμη και κρίση. Εκεί χρειάζεται να στραφεί προς τον εαυτό του: μπορώ ακόμη να πω ότι κάτι δεν μου φαίνεται αληθινό; Υπάρχει χώρος για τα δικά μου όρια;
Η κατανόηση της ψυχολογικής λειτουργίας του ψέματος δεν σημαίνει ότι οφείλει κανείς να το ανέχεται. Μπορεί να καταλαβαίνει ότι πίσω του υπάρχει ευαλωτότητα και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι η συμπεριφορά πληγώνει και διαλύει την εμπιστοσύνη. Τα προσωπικά όρια μπορούν απλώς να προστατεύουν τη δική μας επαφή με την πραγματικότητα, χωρίς όμως να λειτουργούν τιμωρητικά για τον άλλο.
Πώς αντιμετωπίζεται η μυθομανία;
Καθώς η μυθομανία δεν έχει σαφή διαγνωστική ταυτότητα, δεν υπάρχει ούτε ένα ειδικό, καθιερωμένο πρωτόκολλο θεραπείας της. Η διαθέσιμη βιβλιογραφία αποτελείται, σε μεγάλο βαθμό, από περιγραφές και αναφορές περιστατικών, και η προσέγγιση προσαρμόζεται στον κάθε άνθρωπο και στις δυσκολίες που συνυπάρχουν.
Η ψυχοθεραπευτική εργασία μπορεί να ξεκινήσει από το τι δουλειά κάνει το ψέμα. Πώς βλέπει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τι φοβάται ότι θα συμβεί, αν οι άλλοι τον δουν όπως πραγματικά είναι; Πόσο δύσκολο είναι να αντέξει την απόρριψη ή την αίσθηση ότι δεν είναι αρκετός; Στόχος μιας τέτοιας δουλειάς μπορεί να είναι να γίνει σταδιακά πιο ανεκτή η πραγματικότητα, ώστε να μη χρειάζεται να αντικαθίσταται συνεχώς από μια κατασκευασμένη εκδοχή.

Η θεραπευτική σχέση μπορεί να προσφέρει έναν χώρο όπου η αλήθεια δεν βιώνεται ως ταπείνωση, όπου κάποιος μπορεί να πει «δεν ξέρω» ή «δεν είμαι αυτός που σας είπα» χωρίς να νιώσει ότι μαζί με την ιστορία καταρρέει και η αξία του. Σε μια άλλη θεραπευτική συνεδρία, όταν ένας άνθρωπος άκουσε ότι ίσως δεν χρειάζεται να αποφασίσει ακόμη, αναστέναξε και είπε: «Νιώθω σαν να μου έφυγε ένα βάρος». Η άρση μιας πίεσης μπορεί να φέρει τέτοια ανακούφιση.
Αξίζει να ζητηθεί επαγγελματική βοήθεια, από ψυχολόγο ή ψυχίατρο, όταν το μοτίβο αρχίζει να βλάπτει τη δουλειά ή τις σχέσεις ενός ανθρώπου ή όταν ο ίδιος νιώθει ότι δεν ελέγχει όσα λέει. Το ίδιο ισχύει για τον σύντροφο ή το μέλος της οικογένειας που αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη στη δική του αντίληψη: η υποστήριξη δεν προϋποθέτει ούτε διάγνωση ούτε βεβαιότητα για το τι ακριβώς συμβαίνει.
Όταν η πραγματικότητα γίνεται αρκετά ανεκτή
Ίσως η μυθομανία να μας θυμίζει, σε ακραία μορφή, κάτι που ισχύει για όλους: έχουμε πλευρές που θα θέλαμε να είναι διαφορετικές και στιγμές όπου νιώσαμε ανεπαρκείς ή λιγότερο σημαντικοί απ’ όσο θα θέλαμε. Η διαφορά βρίσκεται στο πώς αντέχει ο καθένας αυτά τα αισθήματα.
Για κάποιον που έχει μάθει να κατασκευάζει μια άλλη εκδοχή του εαυτού του, μια πιο λαμπερή ζωή προσφέρει προσωρινά την αίσθηση ότι αξίζει περισσότερη προσοχή και θαυμασμό. Όσο όμως συντηρείται η ιστορία, τόσο απομακρύνεται η δυνατότητα να γίνει αποδεκτός όπως πραγματικά είναι. Ίσως εκεί βρίσκεται το πιο δύσκολο σημείο της αλλαγής: να ανακαλύψει κανείς ότι μπορεί να πει «δεν τα κατάφερα» ή «δεν με διάλεξαν» και παρ’ όλα αυτά να παραμείνει άξιος, να έχει αδυναμίες χωρίς να χάνει την αξία του, να μην είναι ξεχωριστός χωρίς αυτό να σημαίνει πως είναι ασήμαντος.
Η ουσιαστική αλλαγή δεν είναι να βρεθεί μια καλύτερη ιστορία. Είναι να γίνει η πραγματική ζωή αρκετά ανεκτή, ώστε να μη χρειάζεται να αντικατασταθεί από μια ιστορία.
Συχνές ερωτήσεις
Τι είναι η μυθομανία;
Στην καθομιλουμένη ονομάζουμε μυθομανία το επίμονο μοτίβο ψευδών ή υπερβολικών ιστοριών που παίρνουν σημαντική θέση στη ζωή ενός ανθρώπου. Στη βιβλιογραφία εμφανίζεται ως pseudologia fantastica ή παθολογική ψευδολογία και δεν έχει αναγνωριστεί ως αυτοτελής διάγνωση.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στη μυθομανία και στο συνηθισμένο ψέμα;
Το συνηθισμένο ψέμα έχει συνήθως συγκεκριμένο σκοπό και τελειώνει μαζί του. Στην παθολογική ψευδολογία οι ψευδείς αφηγήσεις μπορεί να είναι επίμονες, εκτεταμένες και να παίρνουν σημαντική θέση στη ζωή και στις σχέσεις του ανθρώπου.
Ξέρει ο μυθομανής ότι λέει ψέματα;
Η επίγνωση και η πρόθεση δεν είναι ίδιες σε όλες τις περιπτώσεις. Η σχέση ανάμεσα στην επίγνωση και την ψευδή αφήγηση παραμένει αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.
Συνδέεται η μυθομανία με άλλες ψυχικές διαταραχές;
Έχει περιγραφεί μαζί με διαφορετικές ψυχικές διαταραχές, όμως η συνύπαρξη δεν αποδεικνύει αιτία και δεν σημαίνει από μόνη της ότι κάποιος έχει συγκεκριμένη διαταραχή προσωπικότητας ή ψύχωση.
Μπορεί να αντιμετωπιστεί η μυθομανία;
Η θεραπευτική αντιμετώπιση εξατομικεύεται, καθώς δεν υπάρχει ένα καθιερωμένο ειδικό θεραπευτικό πρωτόκολλο. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να εστιάσει στη λειτουργία του ψέματος και στις δυσκολίες που βρίσκονται πίσω από αυτό.
Τι μπορεί να κάνει κάποιος που βρίσκεται σε σχέση με έναν άνθρωπο που λέει συστηματικά ψέματα;
Χρειάζεται να προστατεύει τα όριά του και την επαφή του με τη δική του πραγματικότητα, χωρίς να αναλαμβάνει τον ρόλο του ερευνητή ή του θεραπευτή του άλλου. Όταν η σχέση προκαλεί σημαντική σύγχυση ή ψυχική επιβάρυνση, μπορεί να είναι χρήσιμη η προσωπική ψυχολογική υποστήριξη.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

