Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Ο κόσμος που μέχρι χθες έμοιαζε αυτονόητος αρχίζει, κάποια στιγμή, να αλλάζει νόημα. Ένα βλέμμα στο λεωφορείο φαίνεται να κρύβει κάποιο μήνυμα. Μια φωνή, ενώ ακούγεται τόσο καθαρά, ο άνθρωπος δεν καταλαβαίνει γιατί οι άλλοι δεν την ακούν.

Για όποιον τα ζει, ο φόβος δεν είναι φανταστικός, ανήκει σε μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει με τρόπους δύσκολους να περιγραφούν. Όταν οι γύρω δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, στη σύγχυση προστίθενται η μοναξιά και η δυσπιστία.

Η σχιζοφρένεια είναι από τις πιο παρεξηγημένες ψυχικές διαταραχές. Συχνά, τη συνδέουν με τον «διχασμό προσωπικότητας», με την επικινδυνότητα ή με μια αναπόφευκτη απώλεια της επαφής με τη ζωή. Οι εικόνες αυτές δεν αποδίδουν ούτε την πολυπλοκότητά της ούτε όσα μπορούν να προσφέρουν η θεραπεία και η κατάλληλη υποστήριξη.

Για να την καταλάβουμε, δεν αρκεί να μετρήσουμε συμπτώματα και παράγοντες κινδύνου. Χρειάζεται να δούμε και πώς αλλάζει την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την αίσθηση ότι ανήκει κανείς σε έναν κοινό κόσμο με τους άλλους.

 Η σχιζοφρένεια είναι σοβαρή ψυχική διαταραχή που επηρεάζει την αντίληψη της πραγματικότητας, τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συμπεριφορά. Εκδηλώνεται με ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες, αποδιοργανωμένη σκέψη ή κοινωνική απόσυρση. Με κατάλληλη θεραπεία και υποστήριξη, η σημαντική βελτίωση και, για ορισμένους ανθρώπους, η πλήρης ανάρρωση είναι δυνατές.

Τι είναι η σχιζοφρένεια;

Η σχιζοφρένεια μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν γύρω του, οργανώνει τη σκέψη του και σχετίζεται με τους άλλους. Σε ορισμένους κυριαρχούν οι ψευδαισθήσεις και οι παραληρητικές ιδέες. Σε άλλους, πιο εμφανείς είναι η απόσυρση, η φτωχότερη συναισθηματική έκφραση ή η δυσκολία να οργανωθεί η καθημερινότητα. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), αφορά περίπου έναν στους 300 ανθρώπους παγκοσμίως και ξεκινά, συνήθως, στην ύστερη εφηβεία ή στα είκοσι, και νωρίτερα στους άνδρες.

Η σχιζοφρένεια διαφέρει από την ψύχωση. Η ψύχωση περιγράφει μια κατάσταση όπου διαταράσσεται η σχέση του ανθρώπου με την κοινά αντιληπτή πραγματικότητα, και εμφανίζεται σε πολλές συνθήκες: στη σχιζοφρένεια, αλλά και στη διπολική διαταραχή, στη βαριά κατάθλιψη, μετά τον τοκετό, από τη χρήση ουσιών ή από σωματικά νοσήματα. Ένα ψυχωτικό επεισόδιο, επομένως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάποιος έχει σχιζοφρένεια.

Ούτε σημαίνει «διχασμό προσωπικότητας». Ο όρος επινοήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα από τον ψυχίατρο Eugen Bleuler και αναφερόταν στη διάσπαση ανάμεσα στις λειτουργίες της σκέψης, του συναισθήματος και της συμπεριφοράς, όχι στη διαίρεση του ανθρώπου σε περισσότερα πρόσωπα. Αυτό που η καθημερινή γλώσσα ονομάζει έτσι ανήκει σε άλλο πεδίο, αυτό των αποσυνδετικών διαταραχών.

Μεγάλο δέντρο χωρίς φύλλα σε λιβάδι με πρωινή ομίχλη, με χοντρό κορμό που ανοίγει σε πολλά κλαδιά
Η ψύχωση μοιάζει με κοινό κορμό, από τον οποίο ξεκινούν πολλές διαφορετικές διαδρομές. Η σχιζοφρένεια είναι μία από αυτές.

Η διάγνωση απαιτεί ολοκληρωμένη αξιολόγηση από ψυχίατρο και δεν στηρίζεται σε μία συμπεριφορά ή σε μια περιγραφή συμπτωμάτων στο διαδίκτυο. Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5-TR), χρειάζονται δύο ή περισσότερα χαρακτηριστικά συμπτώματα, με ένα τουλάχιστον από τις ψευδαισθήσεις, τις παραληρητικές ιδέες και τον αποδιοργανωμένο λόγο. Τα ενεργά συμπτώματα πρέπει να κρατούν για σημαντικό μέρος ενός μήνα, ενώ η διαταραχή συνολικά διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες και επηρεάζει αισθητά τη λειτουργικότητα. Αποκλείονται η χρήση ουσιών, τα σωματικά αίτια και οι διαταραχές της διάθεσης με ψυχωτικά στοιχεία. Τα κριτήρια βοηθούν τον κλινικό, και δεν λειτουργούν ως τεστ για το σπίτι.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Η σχιζοφρένεια δεν έχει την ίδια εικόνα σε όλους. Τα συμπτώματα αλλάζουν ένταση με τον χρόνο και, συνήθως, ομαδοποιούνται σε τρεις κατηγορίες.

Ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες. Οι φωνές είναι η πιο γνωστή ψευδαίσθηση, αν και μπορεί κανείς να βλέπει ή να αισθάνεται κάτι που οι άλλοι δεν αντιλαμβάνονται. Σχολιάζουν τις πράξεις του, τον επικρίνουν ή του δίνουν διαταγές, και ακούγονται εξίσου πραγματικές με τις φωνές των γύρω του. Οι παραληρητικές ιδέες είναι σταθερές πεποιθήσεις που δεν αλλάζουν παρά τις αντίθετες αποδείξεις: ότι οι συνάδελφοι συζητούν κρυφά για εκείνον, ότι τα μηνύματα της τηλεόρασης τον αφορούν προσωπικά, ότι κάποιος τον παρακολουθεί. Όσο η πεποίθηση παραμένει ακλόνητη, η φράση «είναι ανοησίες» δεν αγγίζει τον άνθρωπο·που νιώθει έτσι, απλά, του δείχνει μόνο ότι δεν τον ακούμε.

Αποδιοργάνωση της σκέψης και της συμπεριφοράς. Ο λόγος μπορεί να αλλάζει απότομα θέμα, να χάνει τον ειρμό του ή να μένει ανολοκλήρωτος, και ο συνομιλητής δυσκολεύεται να τον παρακολουθήσει. Όταν η αποδιοργάνωση είναι έντονη, επηρεάζει την επικοινωνία, τον ύπνο, την προσωπική φροντίδα και τη λειτουργικότητα γενικότερα.

Αρνητικά και γνωστικά συμπτώματα. Εδώ ο άνθρωπος χάνει κάτι από όσα είχε: λιγότερη συναισθηματική έκφραση, λιγότερη κινητοποίηση, χαμένο ενδιαφέρον, απομάκρυνση από τις σχέσεις. Παράλληλα, πολλοί δυσκολεύονται όσον αφορά την προσοχή, τη μνήμη εργασίας και τον σχεδιασμό. Από έξω, όλα αυτά μοιάζουν με αδιαφορία ή τεμπελιά. Πολλοί άνθρωποι με σχιζοφρένεια περιγράφουν κάτι διαφορετικό: μια εξαντλητική προσπάθεια για πράγματα που παλιότερα γίνονταν αβίαστα, όπως το να απαντήσουν σε ένα μήνυμα ή να βγουν από το σπίτι.

Η κοινωνική απόσυρση και η μειωμένη ενέργεια δεν αποδεικνύουν από μόνες τους την ύπαρξη σχιζοφρένειας. Μπορεί να σχετίζονται με κατάθλιψη, με άλλες καταστάσεις ή με ανεπιθύμητες παρενέργειες φαρμάκων, και η συνολική εικόνα χρειάζεται πάντα κλινική αξιολόγηση.

Γυναίκα μόνη σε τραπέζι καφέ, μέσα σε φωτεινή ηχητική κυματομορφή, ενώ οι υπόλοιποι θαμώνες κινούνται θολά γύρω της
Για όποιον ακούει φωνές, ο ήχος είναι εξίσου πραγματικός με τους ήχους γύρω του. Οι υπόλοιποι δεν τον ακούν.

Υπάρχει και ένα στοιχείο που μπερδεύει συχνά τους οικείους: πολλοί άνθρωποι με ψύχωση δεν αναγνωρίζουν ότι όσα βιώνουν αποτελούν σύμπτωμα. Η περιορισμένη επίγνωση ανήκει στην ίδια την κατάσταση και δεν οφείλεται σε πείσμα.

Ποια είναι τα αίτια;

Η σχιζοφρένεια δεν έχει μία μοναδική αιτία. Συνδέεται με την αλληλεπίδραση γενετικών και νευροβιολογικών παραγόντων με εμπειρίες της ανάπτυξης και του περιβάλλοντος, και κανένας από αυτούς δεν αρκεί από μόνος του για να εξηγήσει όλες τις περιπτώσεις.

Η κληρονομικότητα παίζει σημαντικό ρόλο, αλλά δεν υπάρχει ένα γονίδιο που να καθορίζει την εμφάνιση της διαταραχής. Το οικογενειακό ιστορικό αυξάνει τον κίνδυνο, αλλά ακόμη και τότε δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιος θα εμφανίσει σχιζοφρένεια: η γενετική προδιάθεση, οι βιολογικοί μηχανισμοί και οι συνθήκες του περιβάλλοντος αλληλεπιδρούν με τρόπους που δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως. Οι έρευνες εξετάζουν και νευροβιολογικές διεργασίες, όπως τη λειτουργία της ντοπαμίνης, ωστόσο η περιγραφή της σχιζοφρένειας ως απλής «χημικής ανισορροπίας» δεν είναι ακριβής.

Στον κίνδυνο προστίθενται ορισμένες αναπτυξιακές επιπλοκές, οι αντιξοότητες της παιδικής ηλικίας, το έντονο στρες και η συχνή χρήση κάνναβης, ιδίως προϊόντων με υψηλή περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC), τη δραστική ουσία της κάνναβης. Ο ΠΟΥ συνδέει τη βαριά χρήση κάνναβης με αυξημένο κίνδυνο. Ούτε εδώ δρα κάτι αυτόματα: οι περισσότεροι άνθρωποι, που έχουν ζήσει τραύμα ή χρησιμοποιούν κάνναβη, δεν εμφανίζουν σχιζοφρένεια. Γι’ αυτό η εμφάνισή της δεν εξηγείται από ένα μεμονωμένο γεγονός, μια δύσκολη οικογενειακή σχέση ή ένα τραυματικό βίωμα.

Παλαιότερες θεωρίες απέδιδαν τη σχιζοφρένεια σε μια ψυχρή ή αντιφατική μητέρα. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να τις στηρίζουν, και επέβαλαν για δεκαετίες ενοχή σε οικογένειες που ήδη υπέφεραν. Το οικογενειακό κλίμα μπορεί πάντως να επηρεάσει την πορεία: η συνεχής κριτική και η ένταση σχετίζονται με περισσότερες υποτροπές, ενώ η κατανόηση και η σταθερότητα βοηθούν. Αυτό διαφέρει από το να θεωρούμε την οικογένεια ως αιτία της διαταραχής.

Τι μπορεί να σημαίνει μια ψυχωτική εμπειρία;

Μια παραληρητική ιδέα μπορεί να ακούγεται παράλογη και, ταυτόχρονα, να μιλά για κάτι βαθιά ανθρώπινο: τον φόβο της έκθεσης, την αίσθηση ότι οι άλλοι βλέπουν ό,τι κρύβει κανείς μέσα του, ότι πουθενά δεν υπάρχει ασφαλές μέρος. Η ψυχοδυναμική ματιά δεν αμφισβητεί ότι η σχιζοφρένεια έχει βιολογική βάση ούτε ότι χρειάζεται ιατρική φροντίδα. Ρωτά κάτι άλλο: τι προσπαθεί να κρατήσει όρθιο ο άνθρωπος όταν ο κόσμος του αρχίζει να αλλάζει νόημα;

Χέρι που τοποθετεί ένα κομμάτι σε μισοτελειωμένο παζλ πάνω σε ξύλινο τραπέζι καφέ, με λάμπα, φλιτζάνι και θολούς θαμώνες στο βάθος
Πίσω από μια ιδέα που ακούγεται παράλογη μπορεί να κρύβεται μια προσπάθεια να βρεθεί νόημα σε κάτι ανυπόφορο.

Ο ψυχαναλυτής Wilfred Bion, που ασχολήθηκε εκτενώς με την ψύχωση, περιέγραψε ένα τμήμα της προσωπικότητας που δεν αντέχει την επαφή με όσα πονούν και επιτίθεται ακόμη και στη σκέψη που θα τα καταλάβαινε. Όταν μια εμπειρία είναι πολύ βασανιστική για να τη σκεφτεί κανείς, μπορεί να τη ζει ως κάτι που έρχεται απέξω: ως φωνή, ως απειλή, ως βλέμμα. Πρόκειται για θεωρητική ερμηνεία και όχι για εμπειρικά τεκμηριωμένο εύρημα, αλλά εξηγεί γιατί ορισμένοι κλινικοί ακούν τα συμπτώματα και ως προσπάθεια να δοθεί μορφή σε κάτι ανυπόφορο.

Σύγχρονη ψυχαναλυτική βιβλιογραφία για την ψύχωση, όπως το βιβλίο «Unimaginable Storms» των Murray Jackson και Paul Williams, προέκυψε από θεραπευτική μονάδα του νοσοκομείου Maudsley στο Λονδίνο, όπου η ψυχολογική προσέγγιση συνδυαζόταν με την ψυχιατρική φροντίδα. Εκεί το περιεχόμενο των συμπτωμάτων αντιμετωπιζόταν ως υλικό που αξίζει να ακουστεί και όχι μόνο να κατασταλεί. Η ακρόαση αυτή συμπληρώνει τα φάρμακα και δεν τα αντικαθιστά, και έχει νόημα για έναν απλό λόγο: ο άνθρωπος νιώθει ότι κάποιος τον βλέπει ως πρόσωπο και όχι μόνο ως διάγνωση.

Πώς εξελίσσεται;

Μερικές φορές, η έναρξη είναι σταδιακή: ο άνθρωπος αποσύρεται, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί ή αρχίζει να βλέπει με δυσπιστία καταστάσεις που πριν θεωρούσε συνηθισμένες. Αυτές οι αλλαγές δεν δείχνουν από μόνες τους σχιζοφρένεια, αλλά όταν επιμένουν και επηρεάζουν την καθημερινότητα χρειάζονται αξιολόγηση.

Η διαχρονική παρακολούθηση ανθρώπων με πρώιμα σημάδια πιθανής ψύχωσης δείχνει ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένη διαδρομή. Σύμφωνα με μετα-ανάλυση 130 μελετών σε περισσότερα από 9.000 άτομα υψηλού κλινικού κινδύνου, περίπου ένας στους τέσσερις ανέπτυξε ψυχωτική διαταραχή μέσα σε τρία χρόνια. Οι υπόλοιποι όχι στο ίδιο διάστημα, και ορισμένοι είδαν τα πρώιμα συμπτώματα να υποχωρούν. Τα πρώιμα σημάδια χρειάζονται, λοιπόν, προσεκτική αξιολόγηση, χωρίς να αποτελούν βεβαιότητα για το μέλλον. Η πορεία κάθε ανθρώπου εκτιμάται εξατομικευμένα, μέσα από την παρακολούθηση των συμπτωμάτων, της λειτουργικότητας και της ανταπόκρισης στη φροντίδα.

Σε άλλες περιπτώσεις, η πρώτη εκδήλωση είναι ένα έντονο ψυχωτικό επεισόδιο. Η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας μειώνει την ταλαιπωρία και διευκολύνει την έναρξη της κατάλληλης θεραπείας, και γι’ αυτό υπάρχουν υπηρεσίες έγκαιρης παρέμβασης στην ψύχωση.

Η πορεία διαφέρει σημαντικά. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν περιόδους ύφεσης ανάμεσα σε επεισόδια, άλλοι αντιμετωπίζουν πιο επίμονα συμπτώματα ή δυσκολίες στην καθημερινή λειτουργικότητα. Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, τουλάχιστον ένας στους τρεις παρουσιάζει πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων. Άλλοι χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία και υποστήριξη, αλλά μπορούν να δημιουργήσουν σχέσεις, να εργαστούν και να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή. Ο ΠΟΥ επισημαίνει, επίσης, ότι οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια πεθαίνουν κατά μέσο όρο εννέα χρόνια νωρίτερα, κυρίως από σωματικά νοσήματα. Γι’ αυτό, ο τακτικός έλεγχος της σωματικής υγείας ανήκει στη φροντίδα.

Ανοιχτό τετράδιο με γραμμένη την αριστερή σελίδα και κενή τη δεξιά, στυλό, φλιτζάνι και τσαλακωμένα χαρτάκια πάνω σε ξύλινο τραπέζι, δίπλα σε παράθυρο με γλάστρα
Η ανάρρωση μπορεί να σημαίνει επιστροφή σε στόχους που είχαν μείνει στη μέση

Η διάγνωση δεν αποτελεί πρόβλεψη για ολόκληρο το μέλλον. Η ανάρρωση μπορεί να σημαίνει υποχώρηση των συμπτωμάτων, μεγαλύτερη αυτονομία, επανασύνδεση με τους άλλους ή επιστροφή σε στόχους που είχαν μείνει στη μέση.

Πώς αντιμετωπίζεται;

Η θεραπεία δεν στοχεύει μόνο στη μείωση των συμπτωμάτων. Στόχος είναι ο άνθρωπος να νιώσει περισσότερη ασφάλεια, να κρατήσει την αυτονομία του και να ξαναβρεί, όσο γίνεται, τη θέση του στις δραστηριότητες και στις σχέσεις που έχουν σημασία για εκείνον. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του βρετανικού Εθνικού Ινστιτούτου Αριστείας στην Υγεία και τη Φροντίδα (National Institute for Health and Care Excellence, NICE) προτείνουν συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής, ψυχολογικών παρεμβάσεων και στήριξης της οικογένειας.

Φαρμακευτική αγωγή. Τα αντιψυχωσικά μειώνουν τις ψευδαισθήσεις, τις παραληρητικές ιδέες και τον φόβο που τις συνοδεύει. Επηρεάζουν λιγότερο τα αρνητικά και τα γνωστικά συμπτώματα. Η επιλογή γίνεται σε συνεργασία με τον ψυχίατρο, γιατί η ανταπόκριση και οι ανεπιθύμητες ενέργειες (οι λεγόμενες παρενέργειες) διαφέρουν και μπορεί να περιλαμβάνουν υπνηλία, αύξηση βάρους και μεταβολικές ή κινητικές διαταραχές. Όταν δύο διαφορετικά αντιψυχωσικά σε επαρκή δοσολογία δεν βοηθούν αρκετά, το NICE προβλέπει τη χρήση κλοζαπίνης. Αν η αγωγή προκαλεί δυσκολίες, χρειάζεται συζήτηση με τον θεράποντα και όχι αυθαίρετη διακοπή, που συχνά οδηγεί σε υποτροπή.

Ψυχοθεραπεία και ψυχολογικές παρεμβάσεις. Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία προσαρμοσμένη στην ψύχωση βοηθά τον άνθρωπο να διαχειριστεί όσα βιώνει, να μειώσει την αναστάτωση και να βρει νέους τρόπους αντιμετώπισης. Το NICE τη συστήνει, μαζί με παρεμβάσεις για την οικογένεια. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση προσφέρει χώρο για τα συναισθήματα, τις προσωπικές εμπειρίες και τις δυσκολίες στις σχέσεις, με πιο περιορισμένη όμως ερευνητική τεκμηρίωση στην ψύχωση. Παρόλ΄αυτά, έχει νόημα ως μέρος ευρύτερου πλάνου φροντίδας και ποτέ ως υποκατάστατο της ψυχιατρικής. Στη Φινλανδία, αναπτύχθηκε ο Ανοιχτός Διάλογος (Open Dialogue), με πρωτοβουλία του Jaakko Seikkula και των συνεργατών του. Ο άνθρωπος και οι δικοί του συμμετέχουν μαζί με τους θεραπευτές σε κοινές συναντήσεις. Το ενδιαφέρον μεγαλώνει, αλλά τα ερευνητικά δεδομένα παραμένουν περιορισμένα.

Οικογενειακή και κοινωνική υποστήριξη. Η ενημέρωση της οικογένειας βελτιώνει την επικοινωνία και βοηθά να αντιμετωπίζονται οι δυσκολίες χωρίς συνεχή ένταση ή αλληλοκατηγορίες. Η υποστήριξη στην εργασία, στις σπουδές και στις κοινωνικές σχέσεις αποτελεί, επίσης, μέρος της φροντίδας. Η συμμετοχή του ίδιου του ανθρώπου στις αποφάσεις για τη θεραπεία του είναι ουσιώδης: ο ΠΟΥ μιλά για προσέγγιση προσανατολισμένη στην ανάρρωση, που δίνει στον άνθρωπο λόγο στη δική του θεραπεία.

Ξύλινο γεφύρι με σχοινένια κάγκελα και φανάρια πάνω από ήρεμο ποτάμι στην πρωινή ομίχλη, που οδηγεί σε σπίτι με αναμμένα παράθυρα
Στόχος της θεραπείας είναι ο άνθρωπος να ξαναβρεί, όσο γίνεται, τη θέση του στις σχέσεις που έχουν σημασία για εκείνον

Πώς μπορούμε να στηρίξουμε έναν άνθρωπο;

Όταν κάποιος που αγαπάμε βιώνει ψυχωτικά συμπτώματα, μπορεί να προσπαθήσουμε να τον πείσουμε ότι κάνει λάθος ή να αναλάβουμε τον έλεγχο της ζωής του, από αγωνία να τον προστατεύσουμε. Η στήριξη, όμως, ξεκινά από κάτι πιο απλό: να μείνουμε σε επικοινωνία μαζί του.

Να ακούμε χωρίς να επιβεβαιώνουμε όσα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Αν μας πει ότι μια φωνή τον απειλεί, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον φόβο του χωρίς να συμφωνήσουμε ότι η απειλή είναι πραγματική. Μια φράση όπως «καταλαβαίνω ότι αυτό σε τρομάζει, ας δούμε μαζί τι θα σε έκανε να νιώσεις πιο ασφαλής» κρατά ανοιχτή τη γραμμή επικοινωνίας.

Να αποφεύγουμε την ταπείνωση και τη σφοδρή αντιπαράθεση. Η ειρωνεία και οι χαρακτηρισμοί συνήθως αυξάνουν την ένταση. Μπορούμε να διαφωνούμε ήρεμα, να βάζουμε όρια και να ζητάμε βοήθεια χωρίς να εξευτελίζουμε τον άνθρωπο.

Να ενθαρρύνουμε τη θεραπεία και να σεβόμαστε την αυτονομία. Επειδή ο άνθρωπος μπορεί να μην αναγνωρίζει ότι χρειάζεται βοήθεια, η οργάνωση ενός ραντεβού ή η συνοδεία σε ειδικό μπορεί να είναι πολύτιμη, εφόσον ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Παράλληλα, αξίζει να μένει χώρος για ενδιαφέροντα, κοινές δραστηριότητες και σχέσεις που δεν περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τη διάγνωση.

Η υποστήριξη μπορεί να εξαντλήσει και τους οικείους. Η ενημέρωση, η συμβουλευτική και η φροντίδα της δικής τους ψυχικής αντοχής δεν αποτελούν εγκατάλειψη, και βοηθούν να συνεχιστεί η φροντίδα με μεγαλύτερη σταθερότητα.

Χρειάζεται, επίσης, να παίρνουμε στα σοβαρά την έντονη απελπισία, την κατάθλιψη και τις αυτοκτονικές σκέψεις. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας είναι αυξημένος στη σχιζοφρένεια, ιδίως στα πρώτα χρόνια. Δεν πρέπει να τον αποδίδουμε απλώς στη διάγνωση ούτε να τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι που θα περάσει από μόνο του. Μια ήρεμη, άμεση συζήτηση και η έγκαιρη επαφή με επαγγελματία ψυχικής υγείας έχουν σημασία.

Ο κόσμος που βλέπει ο άνθρωπος μπορεί να έχει αλλάξει. Η ανάγκη του να τον μοιράζεται με κάποιον μένει ίδια, και σε αυτό το κοινό κομμάτι, όσο μικρό κι αν φαίνεται στην αρχή, χτίζεται συνήθως η επανασύνδεση.

Πότε χρειάζεται επείγουσα βοήθεια;

Όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τον ίδιο τον άνθρωπο ή για άλλους, σοβαρή σύγχυση ή αδυναμία να διατηρηθεί η ασφάλεια, χρειάζεται επείγουσα επαγγελματική αξιολόγηση: μέσω του 112, στα επείγοντα ενός νοσοκομείου ή στη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018. Για ψυχολογική στήριξη, λειτουργεί και η Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306.

Συχνές ερωτήσεις για τη σχιζοφρένεια

Είναι η σχιζοφρένεια κληρονομική;

Η γενετική προδιάθεση αυξάνει τον κίνδυνο, αλλά δεν καθορίζει με βεβαιότητα ποιος θα εμφανίσει τη διαταραχή. Η σχιζοφρένεια συνδέεται με πολλούς γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που αλληλεπιδρούν.

Ακούνε όλοι οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια φωνές;

Όχι. Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι ένα πιθανό σύμπτωμα, αλλά δεν εμφανίζονται σε όλους. Ούτε η εμφάνιση φωνών αρκεί από μόνη της για να τεθεί διάγνωση σχιζοφρένειας.

Είναι οι άνθρωποι με σχιζοφρένεια επικίνδυνοι;

Οι περισσότεροι άνθρωποι με σχιζοφρένεια δεν ασκούν βία, και συχνά είναι οι ίδιοι πιο ευάλωτοι σε κακοποίηση. Η εκτίμηση κινδύνου εξαρτάται από τη συγκεκριμένη κατάσταση και γίνεται εξατομικευμένα από ειδικό.

Μπορεί να θεραπευτεί η σχιζοφρένεια;

Η πορεία διαφέρει. Ορισμένοι άνθρωποι αναρρώνουν πλήρως, ενώ άλλοι χρειάζονται μακροχρόνια θεραπεία και υποστήριξη. Σημαντική βελτίωση είναι δυνατή, χωρίς να μπορεί να προβλεφθεί με βεβαιότητα η πορεία κάθε ανθρώπου.

Μπορεί ένας άνθρωπος με σχιζοφρένεια να εργάζεται και να έχει σχέσεις;

Ναι. Πολλοί άνθρωποι εργάζονται, διατηρούν φιλίες και δημιουργούν σχέσεις. Η κατάλληλη θεραπεία και υποστήριξη διευκολύνουν την αυτονομία και την κοινωνική συμμετοχή.

Πότε χρειάζεται να απευθυνθούμε σε ειδικό;

Όταν εμφανίζονται επίμονες ή έντονες αλλαγές στην αντίληψη, στη σκέψη ή στη συμπεριφορά που επηρεάζουν την καθημερινότητα, αξίζει να ζητηθεί αξιολόγηση από ειδικό ψυχικής υγείας. Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου η βοήθεια πρέπει να είναι επείγουσα.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *