Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Υπάρχουν άνθρωποι στους οποίους όλοι απευθύνονται όταν κάτι δυσκολεύει. Είναι εκείνοι που σηκώνουν το τηλέφωνο αργά τη νύχτα, που θα ακούσουν για άλλη μια φορά τα προβλήματα ενός φίλου, που θα αναλάβουν μια δουλειά ενώ ήδη είναι κουρασμένοι, που θα βρεθούν δίπλα στον σύντροφο ή στο παιδί τους, πριν ακόμη τους ζητηθεί. Συχνά, είναι άνθρωποι ευαίσθητοι, γενναιόδωροι και ιδιαίτερα ικανοί να αντιλαμβάνονται τις ανάγκες των άλλων.

Η φροντίδα, βέβαια, δεν είναι πρόβλημα. Η δυνατότητα να νοιαζόμαστε για τον άλλον αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης σχέσης. Το ερώτημα αρχίζει αλλού: τι συμβαίνει όταν η προσφορά δεν βιώνεται πλέον ως επιλογή; Όταν το «θέλω να βοηθήσω» γίνεται «πρέπει να βοηθήσω» και το «δεν μπορώ σήμερα» συνοδεύεται από έντονη ενοχή, φόβο ή την αίσθηση ότι απογοητεύουμε τον άλλον;

Ο όρος «σύνδρομο του Καλού Σαμαρείτη» χρησιμοποιείται περιστασιακά για να περιγράψει ένα τέτοιο μοτίβο. Δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση ούτε περιγράφει έναν συγκεκριμένο τύπο προσωπικότητας. Μπορεί, ωστόσο, να αποτελέσει έναν χρήσιμο τρόπο για να μιλήσουμε για ανθρώπους στους οποίους η υπερβολική φροντίδα, η ανάγκη να ευχαριστούν και η αίσθηση ότι πρέπει να είναι χρήσιμοι έχουν γίνει πολύ σημαντικό μέρος της αυτοεικόνας τους.

Κάτω από την επιφάνεια της καλοσύνης, μπορεί τότε να υπάρχει ένα πιο δύσκολο ερώτημα: «Αν δεν είμαι αυτός που βοηθά, ποιος είμαι μέσα στη σχέση;»

Το σύνδρομο του Καλού Σαμαρείτη δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση. Ο όρος χρησιμοποιείται περιγραφικά για ένα μοτίβο στο οποίο η ανάγκη να βοηθά κάποιος, να ευχαριστεί τους άλλους και να αισθάνεται χρήσιμος μπορεί να γίνεται τόσο έντονη, ώστε να παραμελεί τις δικές του ανάγκες και τα όριά του.

Η διαφορά ανάμεσα στην προσφορά και στην ανάγκη να είμαι απαραίτητος

Χέρι σε μισάνοιχτη πόρτα, συμβολίζοντας την ελευθερία επιλογής στην προσφορά
Η ουσιαστική προσφορά περιλαμβάνει την ελευθερία να επιλέγουμε πότε θα πούμε «ναι» και πότε θα προστατεύσουμε τα δικά μας όρια.

Δεν είναι ο αριθμός των πραγμάτων που κάνει κάποιος για τους άλλους αυτός που καθορίζει αν η φροντίδα έχει γίνει προβληματική. Ένας άνθρωπος μπορεί να προσφέρει πολλά και ταυτόχρονα να έχει σαφή όρια, να αναγνωρίζει τις ανάγκες του και να μπορεί να αποσύρεται όταν δεν έχει άλλες δυνάμεις.

Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται περισσότερο στην ελευθερία της επιλογής. Μπορώ να βοηθήσω επειδή θέλω, αλλά μπορώ και να αρνηθώ όταν δεν μπορώ. Μπορώ να νοιαστώ για τον άλλον, χωρίς να αισθάνομαι υπεύθυνος για τη ζωή του. Μπορώ να ακούσω τη δυσκολία του, χωρίς να θεωρώ ότι πρέπει οπωσδήποτε να τη λύσω.

Όταν αυτή η ελευθερία περιορίζεται, η προσφορά αρχίζει να λειτουργεί διαφορετικά. Το «ναι» λέγεται για να αποφευχθεί η ενοχή, η απόρριψη ή η δυσαρέσκεια. Το «όχι» μοιάζει επικίνδυνο. Και η αποδοχή από τους άλλους γίνεται ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος επιβεβαιώνει ότι έχει αξία.

Αυτό βρίσκεται κοντά σε αυτό που περιγράφεται σήμερα ως people pleasing: η υπερβολική προσαρμογή στις επιθυμίες και στις προσδοκίες των άλλων, συχνά εις βάρος των προσωπικών αναγκών.

Το παιδί που μαθαίνει να προσέχει τους άλλους

Μερικές φορές, το μοτίβο αυτό έχει ρίζες σε πρώιμες οικογενειακές εμπειρίες. Όχι όμως με τον απλό τρόπο που συχνά παρουσιάζεται σε δημοφιλή άρθρα ψυχολογίας.

Ένα παιδί μπορεί να μεγαλώσει σε μια οικογένεια όπου υπάρχει σοβαρή ασθένεια, εξάρτηση, έντονη συναισθηματική αστάθεια ή συγκρούσεις που το οδηγούν να αναλαμβάνει ευθύνες μεγαλύτερες από εκείνες που αντιστοιχούν στην ηλικία του. Μπορεί να γίνει αυτό που «κρατάει το σπίτι», να προσέχει τον γονέα, να φροντίζει μικρότερα αδέλφια ή να προσπαθεί να αποφεύγει οτιδήποτε θα επιβάρυνε περισσότερο την οικογένεια.

Παιδικά παπούτσια ανάμεσα σε παπούτσια ενηλίκων στην είσοδο του σπιτιού
Όταν ένα παιδί μαθαίνει νωρίς να προσέχει τις ανάγκες των άλλων, μπορεί να συνηθίσει να αφήνει τις δικές του σε δεύτερο πλάνο.

Η γονεοποίηση αναφέρεται σε καταστάσεις όπου ένα παιδί αναλαμβάνει γονεϊκές ή ενήλικες ευθύνες που υπερβαίνουν εκείνες που είναι αναμενόμενες για την ηλικία και τη θέση του μέσα στην οικογένεια. Δεν σημαίνει, επομένως, ότι κάθε παιδί που βοηθά στο σπίτι ή φροντίζει έναν γονέα βιώνει γονεοποίηση. Σημασία έχουν η έκταση της ευθύνης, η διάρκεια, το οικογενειακό πλαίσιο και ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το παιδί βιώνει αυτή την κατάσταση.

Η έρευνα δείχνει ότι η γονεοποίηση μπορεί να συνδέεται με ψυχολογική επιβάρυνση και δυσκολίες στην ταυτότητα και στις σχέσεις, αλλά η έκβαση δεν είναι ίδια για όλους. Προστατευτικοί παράγοντες, η υποστήριξη και το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναλαμβάνονται οι ευθύνες μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την πορεία.

Δεν χρειάζεται να υπάρχει ένα «τραυματικό» παρελθόν

Το μοτίβο αυτό μοιάζει, αλλά δεν ταυτίζεται, με αυτό που περιγράφεται συχνά ως «σύνδρομο του καλού παιδιού». Εκεί, η αποδοχή κερδίζεται κυρίως με τη σιωπή και την προσαρμογή. Εδώ, κερδίζεται πιο ενεργητικά, μέσα από την προσφορά και τη φροντίδα.

Δεν έχουν όλοι όσοι δυσκολεύονται να πουν «όχι» ή που αναλαμβάνουν υπερβολικά τη φροντίδα των άλλων ένα δύσκολο ή τραυματικό οικογενειακό ιστορικό. Μερικές φορές, τέτοια μοτίβα διαμορφώνονται μέσα από πιο καθημερινές, επαναλαμβανόμενες εμπειρίες: την έντονη ανάγκη να είναι κανείς «καλό παιδί», την επιβράβευση όταν προσαρμόζεται, την αποφυγή της σύγκρουσης ή την αίσθηση ότι οι ανάγκες των άλλων πρέπει πάντοτε να προηγούνται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εμπειρίες αυτές οδηγούν αναπόφευκτα σε people pleasing. Οι άνθρωποι επηρεάζονται διαφορετικά από τις ίδιες οικογενειακές συνθήκες και έχουν διαφορετικούς πόρους, σχέσεις και τρόπους προσαρμογής. Η σημασία τους βρίσκεται περισσότερο στο μήνυμα που μπορεί σταδιακά να λάβει το παιδί για τη σχέση ανάμεσα στην αγάπη, την αποδοχή και τη δική του ανάγκη.

Όταν το «ναι» κρύβει έναν φόβο

Υπάρχει ένα «ναι» που προέρχεται από γενναιοδωρία και ένα άλλο που λέγεται, επειδή το «όχι» μοιάζει να κοστίζει πολύ.

Ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι εξαντλημένος και να σκέφτεται ότι κανείς δεν τον αναγκάζει να κάνει όλα όσα κάνει. Κι όμως, την επόμενη φορά θα τα κάνει ξανά. Όχι επειδή δεν βλέπει το κόστος, αλλά επειδή το κόστος του να αρνηθεί μπορεί να του φαίνεται ακόμη μεγαλύτερο.

Ανοιχτό χέρι με λεπτό νήμα γύρω από τον καρπό, συμβολίζοντας το «ναι» που συνδέεται με φόβο
Μερικές φορές το «ναι» δεν εκφράζει μόνο την επιθυμία να προσφέρουμε, αλλά και τον φόβο για το τι μπορεί να συμβεί αν πούμε «όχι».

Ο φόβος παίρνει συχνά συγκεκριμένη μορφή: να θεωρηθεί εγωιστής, να απογοητεύσει τον άλλον, να αλλάξει η σχέση. Κάποιες φορές, φτάνει ακόμη πιο βαθιά, στην αίσθηση ότι, αν δεν είναι χρήσιμος, δεν έχει ιδιαίτερη θέση στη ζωή του άλλου.

Εδώ η φροντίδα έχει αρχίσει να συνδέεται με την ασφάλεια της σχέσης.

Όταν η προσφορά κουράζει και ο θυμός δεν βρίσκει λέξεις

Η διαρκής προσφορά μπορεί να έχει ένα παράδοξο αποτέλεσμα: ο άνθρωπος δίνει πολλά και ταυτόχρονα αισθάνεται ότι κανείς δεν τον φροντίζει.

Συχνά, δεν έχει ζητήσει τίποτα. Περίμενε, όμως, ότι κάποιος θα καταλάβαινε. Έτσι μπορεί κάποια στιγμή να εμφανιστεί πίκρα: «Μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα, δεν μπορούσες ούτε αυτό;»

Ο θυμός αυτός δεν αποδεικνύει ότι η προηγούμενη φροντίδα ήταν ψεύτικη. Μπορεί να δείχνει ότι πίσω από την προσφορά υπήρχαν ανάγκες που δεν βρήκαν ποτέ έναν άμεσο τρόπο να ειπωθούν.

Όσο περισσότερο ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν δικαιούται να ζητήσει, τόσο περισσότερο μπορεί να περιμένει ότι ο άλλος θα καταλάβει μόνος του.

Όταν η ανάγκη του άλλου γίνεται απόδειξη της δικής μου αξίας

Στις στενές σχέσεις, το μοτίβο μπορεί να πάρει μια ακόμη πιο σύνθετη μορφή. Ο άνθρωπος που φοβάται την απόρριψη μπορεί να αισθάνεται μεγαλύτερη ασφάλεια όταν ο σύντροφός του τον χρειάζεται έντονα.·Η ανάγκη του άλλου γίνεται τότε, χωρίς να το επιδιώκει συνειδητά, μια απόδειξη ότι η σχέση είναι ασφαλής.

Μπορεί να επιλέγει επανειλημμένα ανθρώπους που χρειάζονται πολλή φροντίδα και να αισθάνεται παράξενα όταν βρίσκεται απέναντι σε έναν σύντροφο αυτόνομο, διαθέσιμο και συναισθηματικά σταθερό.

Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «θέλει προβληματικούς ανθρώπους». Ίσως απλώς το γνώριμο μοτίβο του είναι πιο εύκολο να αναγνωριστεί όταν υπάρχει κάποιος που χρειάζεται να τον φροντίσει. Και τότε η ηρεμία της σχέσης μπορεί, παράδοξα, να προκαλεί αμηχανία.

Η ψυχοδυναμική ερώτηση: τι σημαίνει για μένα το να μη με χρειάζονται;

Άδεια καρέκλα σε ήσυχο δωμάτιο με φυσικό φως από το παράθυρο
Τι μένει όταν δεν υπάρχει κάποιος που χρειάζεται τη φροντίδα μας; Η ερώτηση μπορεί να ανοίξει έναν διαφορετικό τρόπο να δούμε τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας.

Από μια ψυχοδυναμική οπτική, το ενδιαφέρον δεν εξαντλείται στη συμπεριφορά. Έχει σημασία η εσωτερική της λειτουργία.

Τι αισθάνομαι όταν ο άλλος δεν χρειάζεται τη βοήθειά μου; Τι σημαίνει για μένα το να μην είμαι απαραίτητος; Μπορώ να παραμείνω κοντά χωρίς να αναλαμβάνω, να διορθώνω και να προστατεύω;

Μερικές φορές, όταν ο άνθρωπος σταματά για λίγο να δρα, έρχονται στην επιφάνεια αισθήματα που η διαρκής φροντίδα κρατούσε σε απόσταση: κενό, ανασφάλεια, θλίψη ή ένας θυμός που δεν είχε επιτραπεί να υπάρξει.

«Όταν ο άλλος έχει πρόβλημα, ξέρω ακριβώς τι να κάνω. Όταν δεν έχει πρόβλημα, δεν ξέρω πώς να είμαι μαζί του.»

Μια τέτοια ενδεικτική θεραπευτική φράση μπορεί να γίνει σημαντικό σημείο διερεύνησης. Ίσως το ζητούμενο δεν είναι να μάθει ο άνθρωπος να προσφέρει λιγότερο, αλλά να μάθει ότι η σχέση μπορεί να υπάρχει και χωρίς να χρειάζεται συνεχώς να επιδιορθώνει κάτι.

Όταν ο ρόλος του «σωτήρα» αρχίζει να στενεύει

Ο παλιός ρόλος αρχίζει να στενεύει, και εκεί συχνά ξεκινά η αλλαγή. Ένα παιδί μεγαλώνει και δεν χρειάζεται πλέον την ίδια φροντίδα. Ένας σύντροφος γίνεται πιο αυτόνομος. Μια επαγγελματική σχέση αλλάζει. Ή απλώς η συνεχής διαθεσιμότητα οδηγεί σε εξάντληση.

Τότε μπορεί να εμφανιστεί ένα δύσκολο ερώτημα: «Ποιος είμαι όταν δεν χρειάζεται να είμαι απαραίτητος;»

Το ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να απαντηθεί. Για κάποιον που έχει μάθει να αντλεί μεγάλο μέρος της αξίας του από την προσφορά, η απάντηση μπορεί, αρχικά, να μοιάζει με κενό.

Αυτό το κενό δεν χρειάζεται να καλυφθεί αμέσως από έναν νέο ρόλο. Μπορεί να γίνει χώρος για να εμφανιστούν επιθυμίες, όρια και ανάγκες που είχαν παραμείνει για χρόνια πίσω από τη φροντίδα των άλλων.

Η θεραπεία δεν καταργεί την καλοσύνη, αλλάζει τη σχέση μαζί της

Δύο ανοιχτές παλάμες που κρατούν ανάμεσά τους ένα φωτεινό φύλλο
Η θεραπεία δεν χρειάζεται να μας κάνει λιγότερο δοτικούς· μπορεί να μας βοηθήσει να προσφέρουμε χωρίς να χάνουμε τον εαυτό μας μέσα στη φροντίδα του άλλου

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει όταν η ανάγκη να φροντίζει κανείς τους άλλους έχει γίνει πηγή εξάντλησης, ενοχής ή επαναλαμβανόμενων δυσκολιών στις σχέσεις. Δεν χρειάζεται να «θεραπευτεί η καλοσύνη». Χρειάζεται να διερευνηθεί τι έχει συνδεθεί με αυτήν.

Μέσα στη θεραπευτική σχέση, μπορεί να γίνει σταδιακά πιο ανεκτό να υπάρχει κάποιος χωρίς να είναι χρήσιμος, να ζητά χωρίς να αισθάνεται αδύναμος, να λέει «όχι» χωρίς να βιώνει την άρνηση ως απειλή για τη σχέση και να αναγνωρίζει ότι η φροντίδα μπορεί να είναι αμοιβαία.

Η αλλαγή δεν είναι να πάψει κάποιος να νοιάζεται. Είναι να αποκτήσει μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι στην ανάγκη να είναι πάντα εκεί.

«Για πρώτη φορά μπορώ να πω ότι δεν μπορώ να βοηθήσω, χωρίς να αισθάνομαι ότι χάνω τη σχέση.»

Μια τέτοια ενδεικτική θεραπευτική στιγμή δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε. Δείχνει, όμως, μια διαφορετική δυνατότητα: να μπορεί ο άνθρωπος να παραμένει μέσα στη σχέση, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύει την αξία του μέσα από την προσφορά.

Επίλογος — Να μπορείς να αγαπάς χωρίς να χάνεσαι μέσα στη φροντίδα

Η καλοσύνη γίνεται πρόβλημα όχι επειδή είναι υπερβολικά μεγάλη, αλλά όταν παύει να αφήνει χώρο στον άνθρωπο που προσφέρει. Όταν το «είμαι δίπλα σου» σημαίνει ότι δεν μπορώ να απομακρυνθώ ποτέ. Όταν το «σε φροντίζω» σημαίνει ότι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να χρειάζεται κι εκείνος φροντίδα.

Ίσως, τελικά, η πιο ώριμη μορφή φροντίδας να μην είναι εκείνη στην οποία δίνουμε τα πάντα, αλλά εκείνη στην οποία μπορούμε να είμαστε κοντά χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας. Να βοηθάμε χωρίς να αναλαμβάνουμε την ευθύνη της ζωής του άλλου και να δεχόμαστε ότι μια σχέση μπορεί να παραμένει ζωντανή ακόμη κι όταν δεν είμαστε συνεχώς απαραίτητοι.

Γιατί η αγάπη δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται με τη χρησιμότητά μας. Μπορεί να υπάρξει και όταν, για λίγο, δεν κάνουμε τίποτα για τον άλλον, απλώς όταν είμαστε μαζί του.

 

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι το σύνδρομο του Καλού Σαμαρείτη;

Ο όρος «σύνδρομο του Καλού Σαμαρείτη» δεν αποτελεί επίσημη ψυχιατρική διάγνωση. Χρησιμοποιείται περιγραφικά για ένα μοτίβο υπερβολικής προσφοράς και φροντίδας, στο οποίο η ανάγκη να βοηθά κανείς, να ευχαριστεί τους άλλους ή να αισθάνεται χρήσιμος μπορεί να γίνει πολύ σημαντικό μέρος της αυτοαξίας του.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «καλού παιδιού»;

Μπορεί να περιλαμβάνουν έντονη ανάγκη για αποδοχή, δυσκολία να εκφραστούν προσωπικές ανάγκες, ενοχή όταν κάποιος αρνείται ένα αίτημα και υπερβολική προσαρμογή στις προσδοκίες των άλλων. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν αποτελούν από μόνα τους διάγνωση και μπορούν να εμφανίζονται για διαφορετικούς λόγους.

Γιατί δυσκολεύομαι να λέω «όχι» στους άλλους;

Η δυσκολία να πούμε «όχι» μπορεί να σχετίζεται με τον φόβο της απόρριψης, την ανάγκη για αποδοχή, μαθημένες οικογενειακές προσδοκίες, δυσκολία στην οριοθέτηση ή την πεποίθηση ότι πρέπει να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι. Δεν υπάρχει μία κοινή αιτία για όλους.

Τι σχέση έχει το people pleasing με την ανάγκη για αποδοχή;

Το people pleasing περιγράφει την τάση να δίνει κανείς υπερβολική προτεραιότητα στις ανάγκες και τις προσδοκίες των άλλων, συχνά παραμελώντας τις δικές του. Η ανάγκη για αποδοχή μπορεί να αποτελεί μία από τις λειτουργίες αυτού του μοτίβου, χωρίς όμως να εξηγεί κάθε περίπτωση.

Μπορεί η γονεοποίηση στην παιδική ηλικία να επηρεάσει τις ενήλικες σχέσεις;

Η γονεοποίηση έχει συνδεθεί ερευνητικά με ορισμένες δυσκολίες στην ψυχική υγεία και στις σχέσεις, αλλά η πορεία δεν είναι ίδια για όλους. Η υποστήριξη, το οικογενειακό πλαίσιο, η διάρκεια και ο τρόπος με τον οποίο το παιδί βιώνει τις ευθύνες του μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα αποτελέσματα.

Μπορεί η ψυχοθεραπεία να βοηθήσει όταν νιώθω ότι πρέπει πάντα να φροντίζω τους άλλους;

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των παραγόντων που συντηρούν αυτό το μοτίβο, στην αναγνώριση των προσωπικών αναγκών και στη διαμόρφωση πιο αμοιβαίων σχέσεων. Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να διερευνηθούν οι πρώιμες σχέσεις, τα όρια, η αυτοαξία και ο φόβος της απόρριψης.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *