Υπάρχει μια στιγμή που επαναλαμβάνεται σε χιλιάδες οικογένειες. Ο γονιός σκύβει, φιλά το παιδί και λέει πως θα επιστρέψει αργότερα. Το παιδί κρατιέται από το χέρι του, κλαίει, ίσως φωνάζει «μη φύγεις». Η πόρτα κλείνει. Για τον ενήλικα είναι ένας αποχωρισμός λίγων ωρών. Για το παιδί, όμως, ο χρόνος δεν έχει ακόμη την ίδια μορφή. Η απουσία δεν είναι απλώς μια απόσταση στον χώρο. Είναι μια εμπειρία που χρειάζεται χρόνο και επαναλήψεις για να αποκτήσει ένα πιο ασφαλές νόημα.
Ένα μικρό παιδί δεν γεννιέται γνωρίζοντας ότι ο άνθρωπος που αγαπά συνεχίζει να υπάρχει, να το σκέφτεται και να επιστρέφει ακόμη κι όταν δεν τον βλέπει. Αυτή η εσωτερική βεβαιότητα χτίζεται σταδιακά, μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες παρουσίας, απουσίας και επανένωσης. Οι σταθερές και ανταποκρινόμενες σχέσεις με τους φροντιστές αποτελούν σημαντικό μέρος του αναπτυξιακού περιβάλλοντος του παιδιού.
Ο αποχωρισμός είναι φυσιολογική αναπτυξιακή εμπειρία, όχι εγκατάλειψη, αν και το μικρό παιδί μπορεί να τον βιώνει έντονα. Μέσα από σταθερές σχέσεις και επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ότι ο γονιός φεύγει και επιστρέφει, το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι μια σημαντική σχέση συνεχίζεται ακόμη κι όταν ο άλλος λείπει.
Όταν ο γονιός φεύγει, δεν φεύγει μόνο ένα πρόσωπο
Για έναν ενήλικα, το «θα επιστρέψω το απόγευμα» είναι μια αυτονόητη πληροφορία. Για ένα μικρό παιδί, όμως, το απόγευμα μπορεί να είναι μια αόριστη έννοια. Δεν έχει ακόμη τον ίδιο τρόπο να οργανώνει τον χρόνο ούτε μπορεί πάντοτε να χρησιμοποιήσει τη λογική για να καθησυχάσει τον εαυτό του.
Γι’ αυτό ο αποχωρισμός μπορεί να πάρει σωματική μορφή: κλάμα, προσκόλληση, άρνηση να απομακρυνθεί από τον γονιό, δυσκολία στον ύπνο ή έντονη αναζήτηση του προσώπου που έφυγε. Η δυσφορία στον αποχωρισμό εμφανίζεται συχνά στην πρώιμη ανάπτυξη και διαφέρει σημαντικά από παιδί σε παιδί.

Ένας γονιός μπορεί να πει: «Ξέρω ότι θα επιστρέψω. Δεν καταλαβαίνω γιατί κλαίει τόσο πολύ». Ίσως εκεί βρίσκεται μια από τις δυσκολότερες πλευρές της γονεϊκότητας: να θυμόμαστε ότι το παιδί δεν αντιδρά μόνο σε αυτό που ξέρουμε εμείς, αλλά σε αυτό που μπορεί να αντέξει και να κατανοήσει εκείνο.
Η απουσία δεν είναι το ίδιο με την εγκατάλειψη
Ένα παιδί χρειάζεται σταδιακά να ανακαλύψει ότι ο αποχωρισμός δεν καταστρέφει τη σχέση. Ο γονιός μπορεί να φύγει από το δωμάτιο και να επιστρέψει. Μπορεί να πάει στη δουλειά και να γυρίσει. Μπορεί να αφήσει το παιδί στον παιδικό σταθμό και να εμφανιστεί ξανά στην πόρτα.
Αυτές οι μικρές επαναλήψεις δεν είναι ασήμαντες. Δημιουργούν εμπειρία: φεύγει, περιμένω, επιστρέφει. Με τον καιρό, η εξωτερική εμπειρία μπορεί να γίνει εσωτερική βεβαιότητα. Το παιδί δεν χρειάζεται να μην κλαίει ούτε να αποδεικνύει ότι είναι «ανεξάρτητο». Αυτό που χρειάζεται είναι να μπορεί, σιγά σιγά, να βιώνει ότι η σχέση αντέχει την απόσταση.
Οι σταθερές και ανταποκρινόμενες αλληλεπιδράσεις με τους φροντιστές αποτελούν σημαντικό θεμέλιο της ανάπτυξης. Δεν πρόκειται για μια σχέση όπου ο γονιός πρέπει να είναι συνεχώς διαθέσιμος, αλλά για μια σχέση στην οποία το παιδί βιώνει επανειλημμένα ότι τα σήματά του συναντούν μια προβλέψιμη και επαρκώς ευαίσθητη ανταπόκριση.
Στη θεωρία δεσμού, αυτό περιγράφεται ως λειτουργία της «ασφαλούς βάσης»: ο γονιός δεν χρειάζεται να είναι πάντα παρών· αρκεί το παιδί να μπορεί να τον χρησιμοποιεί ως σημείο αναφοράς, απ’ όπου ξεκινά την εξερεύνηση και όπου επιστρέφει όταν χρειάζεται καθησυχασμό.

Γιατί κάποια παιδιά δυσκολεύονται περισσότερο;
Δεν αντιδρούν όλα τα παιδιά με τον ίδιο τρόπο. Ένα παιδί μπορεί να αποχαιρετά εύκολα και να αρχίζει αμέσως το παιχνίδι. Ένα άλλο μπορεί να κλαίει κάθε πρωί για εβδομάδες. Ένα τρίτο μπορεί να φαίνεται ήρεμο κατά τον αποχωρισμό και να εμφανίζει τη δυσκολία του αργότερα, στον ύπνο, στο φαγητό ή στη συμπεριφορά. Η ιδιοσυγκρασία παίζει εδώ σημαντικό ρόλο: ένα παιδί με πιο επιφυλακτική φύση μπροστά σε νέες καταστάσεις συνήθως χρειάζεται περισσότερο χρόνο προσαρμογής από ένα παιδί που προσεγγίζει το άγνωστο πιο εύκολα.
Δεν υπάρχει ένας μόνο λόγος για τον οποίο ένα παιδί δυσκολεύεται να αποχωριστεί. Η σχέση με τον γονιό είναι σημαντική, αλλά δεν αποτελεί τη μοναδική εξήγηση: η ιδιοσυγκρασία του παιδιού, η ηλικία, οι προηγούμενες εμπειρίες, οι αλλαγές στη ζωή του και το ίδιο το περιβάλλον του αποχωρισμού μπορούν επίσης να επηρεάσουν την αντίδρασή του.
“Ένα παιδί τεσσάρων ετών μπαίνει στον παιδικό σταθμό χωρίς να κλάψει. Χαιρετά τη μητέρα του, αφήνει το χέρι της και πηγαίνει προς τα παιχνίδια. Το βράδυ, όμως, όταν εκείνη το βάζει για ύπνο, ρωτά για τρίτη φορά: «Αύριο θα έρθεις να με πάρεις;». Ο αποχωρισμός δεν εκφράζεται πάντα στην πόρτα. Μερικές φορές, η δυσκολία εμφανίζεται αργότερα, όταν το παιδί βρίσκεται και πάλι στο ασφαλές περιβάλλον όπου μπορεί να αφήσει την ένταση να φανεί.”
Ο πρώτος μεγάλος αποχωρισμός: παιδικός σταθμός και σχολείο
Ο παιδικός σταθμός και αργότερα το σχολείο είναι συχνά η πρώτη καθημερινή δοκιμασία. Ο γονιός αφήνει το παιδί σε έναν χώρο που δεν είναι το σπίτι του, με ανθρώπους που μπορεί ακόμη να μην έχουν γίνει οικείοι. Το παιδί καλείται να μείνει εκεί χωρίς το πρόσωπο που μέχρι τότε αποτελούσε σημαντικό σημείο αναφοράς.
Εδώ η προβλεψιμότητα έχει μεγάλη σημασία. Ένας σταθερός τρόπος αποχαιρετισμού, μια απλή εξήγηση για το πότε θα επιστρέψει ο γονιός και η συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις μπορούν να βοηθήσουν το παιδί να οργανώσει την εμπειρία.

Το παιδί δεν χρειάζεται να ακούσει «Μην κλαις, δεν είναι τίποτα». Μπορεί να ακούσει: «Ξέρω ότι δυσκολεύεσαι που φεύγω. Τώρα θα μείνεις με την κυρία Μαρία. Θα έρθω να σε πάρω μετά το φαγητό». Το συναίσθημα αναγνωρίζεται χωρίς να γίνεται καταστροφή.
Όταν ο γονιός δυσκολεύεται να φύγει
Υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Ο γονιός μπορεί να ακούσει το κλάμα και να νιώσει ένα σφίξιμο στο στήθος. Να επιστρέψει για ένα τελευταίο φιλί. Μετά για ένα ακόμη. Να παρατείνει τον αποχαιρετισμό επειδή δεν αντέχει να αφήσει το παιδί αναστατωμένο.
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί συμβαίνει αυτό. Όμως μερικές φορές, το παιδί χρειάζεται από τον γονιό κάτι διαφορετικό από μια αδιάκοπη προσπάθεια να εξαφανίσει τη δυσφορία του. Χρειάζεται έναν ενήλικα που να μπορεί να πει, με ήρεμη βεβαιότητα: «Σε βλέπω. Δυσκολεύεσαι. Κι όμως, μπορείς να το περάσεις αυτό. Θα επιστρέψω».
Φανταστείτε μια μητέρα που έχει ήδη πει τρεις φορές «φεύγω τώρα». Το παιδί κρατά το μανίκι της. Εκείνη σκύβει ξανά, το αγκαλιάζει, του υπόσχεται πως θα επιστρέψει γρήγορα. Στην τέταρτη προσπάθεια να φύγει, το παιδί κλαίει περισσότερο. Αν εκείνη πει: «Ξέρω ότι πρέπει να φύγω, αλλά όταν τον βλέπω έτσι, νιώθω ότι τον εγκαταλείπω», δεν χρειάζεται να δουλέψει μόνο τον φόβο του παιδιού. Χρειάζεται να ακουστεί και η δική της αγωνία.
Η σταθερότητα δεν σημαίνει ψυχρότητα. Σημαίνει ότι το παιδί δεν χρειάζεται να επιβαρυνθεί και με την αγωνία του ενήλικα.
Τι βοηθά πραγματικά το παιδί στον αποχωρισμό;
Δεν υπάρχει μία τεχνική που να ταιριάζει σε όλα τα παιδιά. Υπάρχουν, όμως, ορισμένες αρχές που μπορούν να κάνουν τη μετάβαση πιο προβλέψιμη.

Να λέμε ότι φεύγουμε. Η κρυφή εξαφάνιση μπορεί να φαίνεται ευκολότερη εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν βοηθά το παιδί να κατανοήσει την ακολουθία «φεύγω και επιστρέφω».
Να κρατάμε τον αποχαιρετισμό σύντομο και σταθερό. Ένα επαναλαμβανόμενο μικρό τελετουργικό μπορεί να γίνει σημείο ασφάλειας.
Να μιλάμε για την επιστροφή με τρόπο που το παιδί καταλαβαίνει. Για ένα μικρό παιδί, το «στις πέντε» μπορεί να σημαίνει ελάχιστα. «Μετά τον ύπνο» ή «μετά το απογευματινό» είναι συχνά πιο κατανοητό.
Να τηρούμε τις υποσχέσεις μας. Η εμπειρία ότι ο γονιός λέει πως θα επιστρέψει και πράγματι επιστρέφει βοηθά σταδιακά να χτιστεί εμπιστοσύνη.
Να επιτρέπουμε στο παιδί να λυπάται. Ο στόχος δεν είναι να μην αισθανθεί τίποτα, αλλά να μπορεί να αισθανθεί χωρίς να βιώσει το συναίσθημα ως κάτι που δεν αντέχεται.
Να ακολουθούμε τον ίδιο τρόπο, όποιος κι αν είναι δίπλα του. Όταν το ίδιο τελετουργικό αποχαιρετισμού χρησιμοποιείται από όλους τους ενήλικες γύρω από το παιδί, η εμπειρία γίνεται πιο προβλέψιμη και πιο εύκολα κατανοητή.
Κάθε αποχωρισμός είναι και μια μικρή άσκηση εσωτερικής συνέχειας
Καθώς μεγαλώνει, το παιδί μπορεί σταδιακά να κρατά μια πιο σταθερή εσωτερική αίσθηση τού σημαντικού προσώπου, ακόμη και όταν εκείνο απουσιάζει.
“Ένα μικρό παιδί κρατά στην τσέπη του ένα χαρτάκι που του έβαλε η μητέρα του πριν φύγει, ένα μικρό σχέδιο, δυο λέξεις. Το αγγίζει κάποια στιγμή μέσα στη μέρα. Ο γονιός δεν είναι εκεί. Όμως, κάτι από τη σχέση είναι. Δεν πρόκειται για «μαγικό αντικείμενο» που εξαφανίζει το άγχος, αλλά για μια μικρή γέφυρα ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία.”
Η αυτονομία δεν γεννιέται όταν το παιδί πείθεται ότι δεν χρειάζεται κανέναν. Αναπτύσσεται όταν μπορεί να απομακρύνεται, έχοντας μέσα του αρκετή ασφάλεια ώστε να επιστρέψει, να εξερευνήσει και να ξανασυνδεθεί.

Πότε ο αποχωρισμός χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
Το κλάμα στον αποχωρισμό, η προσκόλληση και η προσωρινή δυσκολία δεν σημαίνουν από μόνα τους ότι υπάρχει ψυχολογική διαταραχή. Η δυσφορία αυτή εμφανίζεται συνήθως ανάμεσα στους 6 μήνες και τα 3 χρόνια, με αιχμή γύρω στους 9 με 18 μήνες , και υποχωρεί σταδιακά καθώς το παιδί αναπτύσσει μεγαλύτερη αυτονομία και κατανοεί ότι ο γονιός επιστρέφει.
Το ότι μια αντίδραση είναι αναπτυξιακά αναμενόμενη δεν σημαίνει ότι είναι και εύκολη. Χρειάζεται, όμως, μεγαλύτερη προσοχή όταν η δυσφορία είναι έντονη, επίμονη και επηρεάζει ουσιαστικά την καθημερινή λειτουργικότητα του παιδιού, για παράδειγμα, το σχολείο, τον ύπνο, τις σχέσεις ή άλλες δραστηριότητες. Τότε είναι χρήσιμη η συζήτηση με έναν παιδίατρο ή ειδικό ψυχικής υγείας.
Ο φυσιολογικός αναπτυξιακός αποχωρισμός και η διαταραχή άγχους αποχωρισμού δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το δεύτερο αφορά ένα επίμονο και δυσανάλογο μοτίβο φόβου ή δυσφορίας που προκαλεί σημαντική επιβάρυνση στη λειτουργικότητα του παιδιού.
Η πόρτα που κλείνει
Ίσως, τελικά, ο στόχος δεν είναι να μάθει το παιδί να μη φοβάται όταν ο γονιός φεύγει, αλλά να αποκτήσει, μέσα από πολλές μικρές εμπειρίες, μια διαφορετική γνώση: ο άλλος μπορεί να φύγει και η σχέση να παραμείνει.
Η πόρτα μπορεί να κλείσει χωρίς να κλείνει μαζί της και η αγάπη.
Το παιδί θα κλάψει. Θα θυμώσει. Θα κρατηθεί από το χέρι. Κάποια μέρα θα αφήσει το χέρι μόνο του. Θα κοιτάξει πίσω. Και κάποια άλλη μέρα ίσως φύγει τρέχοντας προς το παιχνίδι του χωρίς να κοιτάξει καθόλου πίσω του.
Δεν θα σημαίνει ότι ο γονιός έγινε λιγότερο σημαντικός. Θα σημαίνει ότι κάτι από την παρουσία του έχει αρχίσει να κατοικεί μέσα στο παιδί. Και τότε ο αποχωρισμός παύει σιγά σιγά να σημαίνει «χάνω τον άλλον» και αρχίζει να σημαίνει «μπορώ να είμαι μακριά του και να παραμένουμε συνδεδεμένοι».
Συχνές ερωτήσεις
Πότε εμφανίζεται συνήθως το άγχος αποχωρισμού στα παιδιά;
Η δυσφορία στον αποχωρισμό εμφανίζεται συχνά στην πρώιμη ανάπτυξη, με αιχμή γύρω στους 9 με 18 μήνες, και μπορεί να είναι έντονη στη βρεφική και νηπιακή ηλικία. Η πορεία διαφέρει σημαντικά από παιδί σε παιδί.
Είναι φυσιολογικό ένα παιδί να κλαίει όταν φεύγει ο γονιός;
Ναι. Το κλάμα και η προσκόλληση αποτελούν συχνές αντιδράσεις στον φυσιολογικό αποχωρισμό, ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες. Από μόνα τους δεν σημαίνουν ότι υπάρχει ψυχολογικό πρόβλημα.
Γιατί δυσκολεύονται μερικά παιδιά περισσότερο από άλλα στον αποχωρισμό;
Δεν υπάρχει ένας μόνο λόγος. Η ιδιοσυγκρασία του παιδιού, η ηλικία, οι προηγούμενες εμπειρίες και το ίδιο το περιβάλλον του αποχωρισμού επηρεάζουν όλα την ένταση της αντίδρασης, χωρίς αυτό να σημαίνει πρόβλημα στη σχέση με τον γονιό.
Πώς μπορεί ο γονιός να βοηθήσει το παιδί στον πρώτο αποχωρισμό;
Με σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ήρεμη αναγνώριση του συναισθήματός του. Βοηθούν επίσης οι σύντομοι αποχαιρετισμοί, οι συγκεκριμένες πληροφορίες για την επιστροφή και η συνέπεια στην τήρηση των υποσχέσεων.
Γιατί δυσκολεύεται μερικές φορές ο ίδιος ο γονιός να φύγει;
Το κλάμα του παιδιού μπορεί να ξυπνήσει στον γονιό ενοχή ή φόβο πως τον πληγώνει. Η σταθερότητα δεν σημαίνει ψυχρότητα· σημαίνει ότι ο γονιός μπορεί να αντέξει τη δική του δυσκολία χωρίς να τη μεταθέτει στο παιδί.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον φυσιολογικό αποχωρισμό και στο άγχος αποχωρισμού;
Ο φυσιολογικός αποχωρισμός αποτελεί μέρος της ανάπτυξης και συνήθως υποχωρεί σταδιακά. Το άγχος αποχωρισμού ως κλινικό πρόβλημα χαρακτηρίζεται από έντονο και επίμονο φόβο ή δυσφορία που επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργικότητα του παιδιού.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

