Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Η κατάθλιψη δεν είναι απλώς υπερβολή θλίψης. Η λύπη έχει αντικείμενο — λυπάσαι για κάτι συγκεκριμένο. Η κατάθλιψη, αντίθετα, είναι συχνά η απουσία της ίδιας της κίνησης της επιθυμίας: όχι πόνος για κάτι, αλλά σβήσιμο της ίδιας της όρεξης για τη ζωή.

Υπάρχει ένα σημείο στο σώμα όπου η ζωή συνήθως στέκεται όρθια, κάπου στο στήθος, ίσως λίγο πιο κάτω, εκεί όπου νιώθουμε την επιθυμία πριν καν την ονομάσουμε. Ένα τράβηγμα προς κάτι. Μια όρεξη, με την πιο πρωτόγονη έννοια της λέξης, για φαγητό, για επαφή, για το επόμενο πρωί.

Στην κατάθλιψη, αυτό το σημείο αδειάζει.

Όχι απότομα, συνήθως. Πιο πολύ σαν κάτι να χαμηλώνει σιγά σιγά την ένταση, μέχρι που μια μέρα ο άνθρωπος καταλαβαίνει πως δεν νιώθει απλώς λυπημένος. Νιώθει άδειος από κάθε είδους κίνηση.

Ένας άνδρας, γύρω στα πενήντα, μου το είπε κάποτε με έναν τρόπο σχεδόν απολογητικό, σαν να ζητούσε συγγνώμη που δεν είχε κάτι πιο δραματικό να προσφέρει: «Δεν είναι ότι θέλω να πεθάνω. Είναι ότι δεν μπορώ πια να θέλω τίποτα».

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής περιγραφή της κατάθλιψης από αυτή τη φράση.

Όχι θλίψη. Όχι απόγνωση, με τη θεατρική της έννοια. Κάτι πιο σιωπηλό και, ίσως ακριβώς γι’ αυτό, πιο δύσκολο να το αναγνωρίσει κανείς έγκαιρα: η ίδια η κίνηση της επιθυμίας έχει ατονήσει.

Μιλάμε συχνά για την κατάθλιψη σαν να είναι υπερβολή θλίψης. Σαν να έχει κάποιος απλώς παραπάνω λύπη από όση αντέχει. Αλλά η λύπη έχει τουλάχιστον αντικείμενο, λυπάσαι για κάτι, για κάποιον, για μια απώλεια που μπορείς να δείξεις με το δάχτυλο.

Αυτό που περιέγραφε αυτός ο άνθρωπος δεν είχε αντικείμενο. Ήταν η απουσία της ίδιας της κίνησης προς οτιδήποτε.

Η εξάντληση που δεν φαίνεται

Και εδώ είναι κάτι που σπάνια αναφέρεται: η απουσία επιθυμίας δεν φαίνεται πάντα απ’ έξω. Πολλές φορές κρύβεται πίσω από μια ζωή που λειτουργεί κανονικά, Δουλειά, ραντεβού, χαμόγελα στη σωστή στιγμή.

Μια γυναίκα, που συνέχιζε να εργάζεται με απόλυτη συνέπεια, μου είπε κάποτε: «Όλοι μου λένε πως τα καταφέρνω μια χαρά. Αν ήξεραν πόση δύναμη χρειάζεται και μόνο για να σηκωθώ από το κρεβάτι…»

Χέρια κουμπώνουν αργά μανικετόκουμπα πουκαμίσου, συμβολίζοντας την αόρατη προσπάθεια πίσω από μια φαινομενικά λειτουργική καθημερινότητα στην κατάθλιψη
«Αν ήξεραν πόση δύναμη χρειάζεται μόνο για να σηκωθώ από το κρεβάτι…»

Δεν το είπε με παράπονο. Το είπε σχεδόν με απορία, σαν να μην καταλάβαινε η ίδια πώς ήταν δυνατόν ο κόσμος γύρω της να μην το έχει αντιληγθεί.

Αυτό είναι, μάλλον, ένα από τα πιο παραπλανητικά χαρακτηριστικά της κατάθλιψης: μπορεί να φοράει το πρόσωπο της λειτουργικότητας. Ο άνθρωπος πάει στη δουλειά, απαντά στα μηνύματα, φτιάχνει καφέ για τους άλλους.

Κανείς δεν βλέπει πόση ενέργεια καταναλώνεται απλώς για να μοιάζουν φυσιολογικά όλα αυτά που κάποτε γίνονταν χωρίς σκέψη και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

Δεν είναι τεμπελιά αυτό που νιώθει. Ούτε έλλειψη πειθαρχίας. Είναι κάτι πιο κοντά σε αυτό: σαν να προσπαθείς να περπατήσεις κανονικά, ενώ κουβαλάς κάτι αόρατο και βαρύ, και ταυτόχρονα να δείχνεις σε όλους πως τα χέρια σου είναι άδεια.

Ίσως γι’ αυτό η κατάθλιψη περνάει τόσο συχνά απαρατήρητη, όχι επειδή είναι σπάνια, αλλά επειδή έχει μάθει να ντύνεται με την εικόνα της κανονικότητας.

Και όσο πιο καλά τη ντύνει κανείς, τόσο πιο μόνος μένει μέσα της.

Ο άνθρωπος που βλέπεις από απόσταση

Υπάρχει κι ένα τρίτο επίπεδο σε αυτή την απουσία, πιο δύσκολο να το εκφράσει κανείς με σαφήνεια. Δεν αφορά μόνο τι δείχνει προς τα έξω – τη χαρά, την όρεξη για τα πράγματα. Αφορά και τι αλλάζει προς τα μέσα, στη σχέση κάποιου με τον ίδιο του τον εαυτό.

Θυμάμαι έναν θεραπευόμενο που, έπειτα από αρκετές συνεδρίες, σταμάτησε ξαφνικά στη μέση μιας πρότασης και είπε κάτι διαφορετικό απ’ όσα συνήθιζε: «Δεν μου λείπει η παλιά μου ζωή. Μου λείπει ο άνθρωπος που ήμουν όταν τη ζούσα».

Διπλή έκθεση φωτογραφίας με δύο θολές ανθρώπινες φιγούρες μέσα σε ομίχλη, συμβολισμός της εσωτερικής απόστασης από τον εαυτό στην κατάθλιψη
«Δεν μου λείπει η παλιά μου ζωή. Μου λείπει ο άνθρωπος που ήμουν όταν τη ζούσα»

Δεν μιλούσε για περιστάσεις. Μιλούσε για μια εκδοχή του εαυτού του που είχε γίνει, με κάποιον τρόπο, απρόσιτη.

Αυτό ίσως είναι το πιο επώδυνο κομμάτι της κατάθλιψης, κι όμως σχεδόν ποτέ δεν μπαίνει σε λίστα συμπτωμάτων: δεν χάνεις μόνο το ενδιαφέρον για τον κόσμο. Απομακρύνεσαι αργά και από τον εαυτό σου, σαν να τον βλέπεις πια από απόσταση, σαν κάποιον που κάποτε ήσουν, όχι σαν αυτόν που είσαι.

Και κάπου εδώ μπερδεύεται το πράγμα, γιατί αυτή η απόσταση δεν είναι απλώς παθητική. Δεν είναι μόνο ότι κάτι έσβησε από μόνο του.

Υπάρχει συχνά, από πίσω, μια σκληρότητα, μια φωνή που δεν λέει απλώς «δεν νιώθω τίποτα», αλλά «κάτι δεν πάει καλά με μένα που δεν νιώθω τίποτα». Ο άνθρωπος δεν θρηνεί μόνο την απώλεια. Την κρίνει.

Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει για όλους, αλλά όσο πιο πολύ ακούω ανθρώπους να περιγράφουν αυτή την εσωτερική απόσταση, τόσο πιο καθαρά ξεχωρίζει μέσα της κάτι που δεν μοιάζει με θλίψη. Μοιάζει με θυμό που δεν βρήκε ποτέ σε ποιον να απευθυνθεί, και έτσι στράφηκε προς τα μέσα, προς το μόνο πρόσωπο που ήταν πάντα διαθέσιμο: τον ίδιο τον άνθρωπο που τον ένιωθε.

Όταν ο θυμός δεν βρίσκει σε ποιον να απευθυνθεί

Αυτή η στροφή προς τα μέσα δεν εμφανίζεται τυχαία. Έχει συνήθως μια ιστορία, και η ιστορία αυτή συχνά ξεκινά πολύ πριν ο άνθρωπος αποκτήσει λέξεις για να την περιγράψει.

Ο θυμός είναι φυσιολογική αντίδραση όταν κάποιος δεν εισπράττει αυτό που χρειάζεται. Ένα παιδί που δεν νιώθει κατανόηση, που περιμένει ανταπόκριση και δεν έρχεται, θυμώνει, έτσι λειτουργεί ο ψυχισμός. Το πρόβλημα δεν είναι ο θυμός καθαυτός. Είναι το τι συμβαίνει όταν αυτός ο θυμός δεν έχει πού να πάει.

Ένας θεραπευόμενος, ύστερα από αρκετές συνεδρίες σιωπής και παραίτησης, είπε κάποτε ξαφνικά: «Νομίζω πως δεν είμαι μόνο θλιμμένος. Είμαι θυμωμένος… αλλά δεν ξέρω με ποιον».

Εκείνη η φράση άνοιξε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο.

Γιατί πίσω από τη σιωπή του δεν υπήρχε μόνο θλίψη. Υπήρχε και ένας θυμός που για χρόνια δεν είχε βρει ασφαλή τρόπο να εκφραστεί, που έψαχνε παραλήπτη και δεν έβρισκε, γιατί το παιδί που τον ένιωθε εξαρτιόταν απόλυτα από αυτόν που τον προκαλούσε.

Δεν μπορεί κανείς να στραφεί εναντίον του γονιού που φοβάται, ή που αγαπά, ή και τα δύο μαζί, χωρίς να νιώσει ότι διακινδυνεύει την ίδια τη σχέση από την οποία εξαρτάται η επιβίωσή του.

Οπότε ο θυμός δεν εξαφανίζεται. Μοιάζει περισσότερο με αυτοματισμό επιβίωσης παρά με επιλογή. Ο ψυχισμός βρίσκει τον μόνο ασφαλή αποδέκτη, κι αυτός είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Κάπως έτσι μαθαίνει κανείς να κρατά κάτι σφιγμένο στον λαιμό, κάτι που χρόνια ζητά να βγει, αλλά ποτέ δεν ένιωσε αρκετά ασφαλές για να γίνει λέξη..

Με τον καιρό, αυτή η στροφή γίνεται τόσο γνώριμη που ξεχνιέται η προέλευσή της. Ο ενήλικας δεν λέει πια «θύμωσα που δεν με είδαν». Λέει «κάτι δεν πάει καλά με μένα».

Η φράση άλλαξε μορφή. Το υλικό είναι το ίδιο.

Αυτό δεν σημαίνει δικαιολόγηση για κανέναν γονιό, ούτε αναζήτηση ενόχου. Σημαίνει κάτι άλλο: πως αυτή η σκληρή, εσωτερική φωνή δεν είναι χαρακτήρας. Είναι κατάλοιπο μιας παλιάς προσαρμογής, κάτι που κάποτε προστάτεψε μια σχέση, με το τίμημα να στραφεί εναντίον του ίδιου του ανθρώπου που έπρεπε να προστατεύσει.

Όταν η εγγύτητα μοιάζει με κίνδυνο

Αυτός ο θυμός, όμως, δεν μένει κλεισμένος μόνο μέσα στον άνθρωπο. Έχει έναν δεύτερο προορισμό, πιο δύσκολο να τον δει κανείς: περνάει στις σχέσεις που χτίζει αργότερα, ντυμένος όχι πια σαν θυμός, αλλά σαν φόβος.

Μια γυναίκα μου είχε πει κάποτε, κάτι που εξακολουθώ να θυμάμαι : “Δεν φοβάμαι ότι οι άνθρωποι θα με απορρίψουν. Φοβάμαι ότι, αν με πλησιάσουν αρκετά, θα δουν πως δεν έχει μείνει τίποτα το ενδιαφέρον μέσα μου.».

Δεν ήταν έλλειψη ανάγκης για σχέση αυτό που περιέγραφε. Ήταν κάτι πιο σκληρό: η πεποίθηση πως δεν άξιζε πια να τη γνωρίσει κανείς από κοντά.

Κάποιος που έμαθε νωρίς πως ο θυμός είναι επικίνδυνος, πως η ανάγκη μπορεί να απομακρύνει τον άλλον, δυσκολεύεται αργότερα να αφεθεί πραγματικά κοντά σε κανέναν. Όχι επειδή δεν το θέλει. Αντίθετα, συχνά το θέλει περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί.

Αλλά η εγγύτητα κουβαλάει μέσα της μια παλιά πληροφορία: πως το να σε δουν πραγματικά σημαίνει να δουν και το κενό που νιώθεις πως έχεις αφήσει στη θέση του εαυτού σου.

Έτσι δημιουργείται μια αντίφαση που δεν λύνεται εύκολα: η επιθυμία για σύνδεση και ο φόβος της, ταυτόχρονα, στον ίδιο άνθρωπο, την ίδια στιγμή. Αυτό που μοιάζει ασυνέπεια είναι, μάλλον, η λογική συνέχεια όσων περιγράψαμε παραπάνω.

Όσους έχω γνωρίσει με βαθιά κατάθλιψη, σχεδόν πάντα κρύβουν πίσω τους αυτή την αντίφαση, δηλαδή τη μοναξιά μέσα σε σχέσεις που θα μπορούσαν να είναι αρκετές, αν είχαν το κουράγιο να πλησιάσουν όσο χρειάζεται.

Γιατί η ερημιά της κατάθλιψης δεν είναι πάντα απουσία ανθρώπων. Είναι, πιο συχνά, απόσταση μέσα σε σχέσεις που υπάρχουν ήδη.

Μια πόρτα μισάνοιχτη, που ποτέ δεν κλείνει τελείως, αλλά ποτέ δεν ανοίγει και εντελώς.

Το σώμα που μιλάει όταν δεν βρίσκει λέξεις

Υπάρχει και μια πιο σωματική εκδοχή όλων αυτών, κάτι που συχνά προηγείται της συνειδητής κατανόησης, αντί να την ακολουθεί.

Κάποιος θεραπευόμενος σταμάτησε μια φορά, έψαξε τις λέξεις αργά, και είπε: «Δεν πονάω κάπου συγκεκριμένα. Απλώς νιώθω σαν να έχει φύγει η ζωή από το σώμα μου».

Ασπρόμαυρη φωτογραφία σφιγμένου ώμου κάτω από ύφασμα, συμβολισμός της σωματικής έντασης και εξάντλησης στην κατάθλιψη
«Δεν πονάω κάπου συγκεκριμένα. Απλώς νιώθω σαν να έχει φύγει η ζωή από το σώμα μου»

Η εικόνα ήταν συγκλονιστικά απλή. Δεν μιλούσε για πόνο. Μιλούσε για την απώλεια εκείνης της αίσθησης εσωτερικής ζωντάνιας που συνήθως τη θεωρούμε δεδομένη, μέχρι τη μέρα που χάνεται, και τότε καταλαβαίνουμε πόσο ουσιαστική ήταν.

Το σώμα, σε πολλές περιπτώσεις, «ξέρει» πριν προλάβει ο νους να αφηγηθεί. Η κόπωση που δεν φεύγει όσο κι αν κοιμηθεί κανείς. Οι ώμοι σφιγμένοι χωρίς προφανή λόγο. Ο ύπνος που δεν έρχεται, ή που έρχεται σε λάθος ώρες, σαν κάτι μέσα να μην εμπιστεύεται πια ούτε την ανάπαυση.

Δεν είναι τυχαίο αυτό.

Πρώιμες εμπειρίες όπου κάποιος έπρεπε να «κρατηθεί», να μη δείξει τι νιώθει, να προσαρμοστεί σιωπηλά, δεν αποθηκεύονται μόνο ως αναμνήσεις. Αποθηκεύονται και ως σωματικές καταστάσεις, σαν το σώμα να ανέλαβε να κρατήσει αυτό που ο λόγος δεν μπόρεσε ποτέ να εκφράσει.

Και όταν, στην ενήλικη ζωή, αυτή η παλιά ένταση ενεργοποιείται ξανά, δεν εμφανίζεται σαν ανάμνηση. Εμφανίζεται σαν κούραση. Σαν βάρος στο στήθος. Σαν μια ακινησία που δεν μοιάζει καθόλου με τεμπελιά, όσο κι αν κάποιοι γύρω, ή και ο ίδιος ο άνθρωπος, την ονομάσουν έτσι.

Κακά τα ψέματα, αυτή η σωματική εξάντληση δεν είναι απλή έλλειψη ενέργειας. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς, σιωπηλής προσπάθειας να συγκρατηθεί κάτι που ζητούσε χρόνια να εκφρασθεί προς τα έξω.

Το σώμα δεν αρνείται να κινηθεί από κακία. Απλώς έχει κουραστεί να κουβαλάει μόνο του αυτό που έπρεπε να μοιραστεί εδώ και καιρό.

Τι ανοίγει, χωρίς να λύνεται τίποτα

Δεν υπάρχει σαφές σημείο όπου όλα αυτά «θεραπεύονται» με έναν τρόπο καθαρό, σαν να κλείνει μια πληγή. Ίσως το πιο τίμιο πράγμα που μπορεί να πει κανείς είναι πως κάτι αρχίζει να αλλάζει όχι όταν εξαφανίζεται ο πόνος, αλλά όταν αρχίζει να αναγνωρίζεται ως κάτι που έχει νόημα, όχι ως ελάττωμα, όχι ως αδυναμία χαρακτήρα, αλλά ως απόπειρα επιβίωσης που κάποτε δούλεψε.

Όταν ο θυμός βρίσκει, έστω αργά, κάποιον να τον ακούσει χωρίς να τον κρίνει, δεν χρειάζεται πια να στρέφεται τόσο σκληρά προς τα μέσα. Όταν η εξάντληση παύει να θεωρείται τεμπελιά και αρχίζει να ακούγεται ως μήνυμα, το σώμα βρίσκει λίγο χώρο να χαλαρώσει.

Όταν κάποιος επιτρέπει σε έναν άλλο να τον δει ακριβώς όπως είναι, όχι στη βελτιωμένη, λειτουργική εκδοχή του, κάτι στην εσωτερική ερημιά αρχίζει, δειλά, να λιγοστεύει.

Όσο πιο πολύ βλέπω ανθρώπους να περνούν μέσα από αυτό, τόσο πιο καθαρά ξεχωρίζει ένα μοτίβο: η αλλαγή δεν έρχεται σαν αποκάλυψη. Έρχεται σαν μια μικρή, σχεδόν ασήμαντη στιγμή, ένα κλάμα μπροστά σε κάποιον χωρίς ντροπή, μια πρόταση που ειπώθηκε φωναχτά αντί να μείνει θαμμένη, ένα πρωινό όπου η κίνηση προς τον καφέ δεν χρειάστηκε τόση προσπάθεια όσο χρειαζόταν πριν.

Κι εκείνος ο άνδρας, που κάποτε μου είπε πως δεν μπορούσε πια να θέλει τίποτα, δεν θυμάμαι να μου είπε ποτέ πως ξαναβρήκε την επιθυμία με τον τρόπο που θα περίμενε κανείς, σαν φως που ξανανάβει.

Θυμάμαι μόνο πως, κάποια στιγμή, το απόλυτο “δεν μπορώ να θέλω τίποτα” μετακινήθηκε στο πιο αβέβαιο “δεν ξέρω τι θέλω”.

Μια μικρή διαφορά. Ίσως όμως εκεί ακριβώς κρύβεται η αρχή, όχι στην εξαφάνιση του κενού, αλλά στη στιγμή που το κενό παύει να είναι βεβαιότητα, και γίνεται, έστω για λίγο, ερώτημα.

 

Συχνές ερωτήσεις – FAQ Block

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε θλίψη και κατάθλιψη;
Η θλίψη έχει συνήθως αντικείμενο — λυπάσαι για κάτι συγκεκριμένο, μια απώλεια που μπορείς να ονομάσεις. Η κατάθλιψη είναι πιο διάχυτη: δεν είναι μόνο πόνος για κάτι, αλλά απουσία της ίδιας της κίνησης της επιθυμίας — μια σβησμένη όρεξη για τη ζωή, χωρίς σαφή αιτία.

Γιατί η κατάθλιψη νιώθεται σαν κόπωση και όχι μόνο σαν θλίψη;
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η κόπωση αυτή δεν είναι απλή έλλειψη ενέργειας. Είναι συχνά αποτέλεσμα μιας μακράς, σιωπηλής προσπάθειας συγκράτησης — συναισθημάτων, αναγκών ή θυμού που δεν βρήκαν ποτέ ασφαλή τρόπο έκφρασης, και που το σώμα κουβαλά ακόμη κι όταν ο νους δεν έχει λόγια γι’ αυτά.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι με κατάθλιψη φαίνονται εντελώς λειτουργικοί απ’ έξω;
Η κατάθλιψη συχνά «ντύνεται» με την εικόνα της κανονικότητας. Ο άνθρωπος πάει στη δουλειά, ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, χαμογελά όταν χρειάζεται — ενώ ταυτόχρονα καταναλώνει τεράστια εσωτερική ενέργεια απλώς για να διατηρήσει αυτή την εικόνα λειτουργικότητας.

Πώς σχετίζεται ο θυμός με την κατάθλιψη;
Σε πολλές περιπτώσεις, ο θυμός που δεν βρήκε ασφαλή αποδέκτη στο παρελθόν —συχνά επειδή θα διακινδύνευε μια εξαρτημένη σχέση— στρέφεται προς τα μέσα. Μετατρέπεται σε αυστηρή αυτοκριτική, ενοχή χωρίς σαφή αιτία, ή στην πεποίθηση πως «κάτι δεν πάει καλά» με τον ίδιο τον άνθρωπο.

Γιατί η κατάθλιψη μπορεί να συνυπάρχει με φόβο εγγύτητας σε σχέσεις;
Κάποιος που έχει μάθει πως η ανάγκη ή ο θυμός μπορεί να απομακρύνει τον άλλον, δυσκολεύεται αργότερα να αφεθεί πραγματικά κοντά σε κάποιον — ακόμη κι όταν το επιθυμεί βαθιά. Η εγγύτητα νιώθεται επικίνδυνη, γιατί σημαίνει να σε δουν πραγματικά, με ό,τι αυτό αποκαλύπτει.

Χρειάζεστε υποστήριξη; Η κατάθλιψη αντιμετωπίζεται. Είτε βρίσκεστε μακριά είτε προτιμάτε τη δια ζώσης επαφή, είμαι εδώ για να σας ακούσω.  Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου για συνεδρία στο γραφείο μου ή για online ψυχοθεραπεία.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

3 Comments

  1. Γεια σας,ονομαζομαι Ισμηνη και ειμαι μια 30χρονη χωρισμενη μητερα ενος 4χρονου κοριτσιου.Εδω και 2,5 χρονια απατησα τον συζυγο μου με εναν αντρα κατα 28 χρονια μεγαλυτερο μου.Αυτη ηταν η αιτια του χωρισμου.Χωρις να θελω να μπω σε λεπτομερειες η σχεση μου αυτη μου στοιχησε οσο τιποτε αλλο και αδυνατο να ξεπερασω τον πρωην συζυγο μου (ο οποιος οδευει για γαμο και βρισκεται στο εξωτερικο).Η σχεση μου(με τον πρωην συζυγο ηταν μια σχεση οχι ερωτα θα ελεγα περισσοτερο αγαπης.Τον γνωρισα απο τα 16 μου και ημασταν φιλοι.Καπου στα 23 ειδαμε διαφορετικα ο ενας τον αλλο και απο τοτε για 5 χρονια συζουσαμε.ηρθε και το παιδι..παντρευτηκαμε..αλλα αυτο το προσωπο που μπηκε στην ζωη μου οταν γεννησα ενα γοητευτικο ατομο εφερε τα πανω κατω.Οπως θα ελεγε και η γιαγια μου ξεμυαλιστηκα..το θεμα οτι ενω υπηρχε μια σχεση παθους στην αρχη μετα προσγειωθηκα αποτομα οταν αρχισε και απομακρυνοταν με τον τροπο του βεβαια.Ο συζυγος μου ηξερε γι αυτη τηη σχεση ωστοσο δεν ηξερε ποσο προχωρημενη ηταν.προσπαθησα να τον επαναπροσεγγισω και πραγματικα ειχα μετανοιωσει και ζητουσα μια δευτερη ευκαιρια αλλα ηταν ανενδοτος.Η νεα του σχεση τον ειχε απομακρυνει ακομα πιο πολυ.Εχοντας βιωσει την απορριψη ως παιδι με ποικιλους τροπους η σχεση εξαρτησης δεν αργησε να εκδηλωθει παρολο που αντικειμενικα η σταση του ηταν προκλητικη και δεν μου αφηνε περιθωρια να μην αντιδρασω και να ερθω σε συγκρουση μαζι του.τωρα προσπαθω να απεμπλακω απο αυτη τη δυσλειτουργικη σχεση και η μοναξια ειναι αβασταχτη.πιεζομαι νοιωθω ενοχες που δεν ειδα καθαρα εξαρχης,θελω να γυρισω τον χρονο πισω,ανασφαλεια και αβεβαιοτητα στους περισσοτερους τομεις της ζωης μου.απο την αλλη αν χωρισω μετα θα μεινω εντελως μονη αφου ο κυκλος που ειχα πριν χωρισω δεν υπαρχει.εκτεθηκα σε πολυ μεγαλο βαθμο.και δεν την μπορω τη μοναξια.ουτε δουλεια βρισκω.οταν ακουνε 30 και με παιδι αστο καλυτερα.με τη μητερα μου δεν εχω καμια επικοινωνια,τον πατερα μου δεν τον γνωρισα ποτε.αδερφια επισης δεν εχω που να ανοιξω την καρδια μου?ειμαι μπλοκαρισμενη.θελω να ξαναφτιαξω τη ζωη μου να προχωρησω μπροστα να κανω και αλλα παιδακια να φυγει αυτο το στιγμα απο πανω μου.αλλα εχω κλειστει στον εαυτο μου απελπιστικα…ουφ αυτα ευχαριστω

  2. Η κατάσταση σας, έτσι όπως την περιγράφετε, είναι πραγματικά περίπλοκη και σύνθετη και απαιτεί ενδελεχή εκτίμηση αλλά και την ανάλογη θεραπευτική αντιμετώπιση. Οι όποιες συμβουλές θα ήταν σταγόνα στον ωκεανό καθώς η προβληματική σας απαιτεί μια συστηματική και μακρόχρονη αντιμετώπιση.

    Επειδή, όπως αναφέρετε, δεν έχετε την οικονομική δυνατότητα να δείτε κάποιον ειδικό ιδιωτικά, θα πρέπει να απευθυνθείτε σε κάποιο κέντρο Ψυχικής Υγιεινής ή Ψυχιατρικό Τμήμα ενηλίκων του δημοσίου της περιοχής σας ώστε να ξεκινήσετε κάποιου είδους θεραπευτική αντιμετώπιση που χρειάζεστε για να νιώσετε καλύτερα και, μαζί με εσάς, και το παιδάκι σας.

    Σας εύχομαι καλή δύναμη

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *