Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Κάποιος γυρίζει σπίτι και δεν μιλάει. Κρεμάει το μπουφάν, ανοίγει το ψυγείο, κάθεται. Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα, ο άλλος στο δωμάτιο ξέρει: είναι θυμωμένος μαζί μου.

Ίσως να είναι. Ίσως να είχε και μια δύσκολη μέρα που δεν αφορά κανέναν μέσα σε εκείνο το σπίτι. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στο ποιο από τα δύο ισχύει, αλλά στο ότι το «ξέρω» πρόλαβε την ερώτηση.

Η νοητικοποίηση, ή εννόηση, είναι η ικανότητα να βλέπει κανείς πίσω από μια συμπεριφορά μια ψυχική κατάσταση, για παράδειγμα μια πρόθεση, έναν φόβο, μια επιθυμία, δική του ή του άλλου, και να αντιμετωπίζει την εξήγηση που δίνει ως ερμηνεία και όχι ως γεγονός. Αφορά εξίσου τον εαυτό και τους άλλους, και περιλαμβάνει τόσο τη σκέψη όσο και το συναίσθημα.

Κάθε φορά που καταλαβαίνουμε κάποιον, στην πραγματικότητα μεταφράζουμε. Βλέπουμε μια σιωπή και τη μετατρέπουμε σε θυμό, σε κούραση ή σε αδιαφορία. Η μετάφραση μπορεί κάλλιστα να είναι σωστή. Ποτέ όμως δεν είναι το πρωτότυπο, και η στιγμή που ξεχνάμε ότι μεταφράσαμε είναι η στιγμή που έχουμε πάψει να νοητικοποιούμε.

Ο Peter Fonagy και οι συνεργάτες του, που ανέπτυξαν τη θεωρία, περιέγραψαν κάτι που την κάνει πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή δεξιότητα κατανόησης: η ικανότητα αυτή δεν είναι σταθερή. Καταρρέει, και μάλιστα προβλέψιμα, ακριβώς τις στιγμές που τη χρειαζόμαστε περισσότερο.

Νοητικοποίηση, εννόηση ή διανοητικοποίηση: οι διαφορές

Ο αγγλικός όρος είναι mentalization. Στα ελληνικά κυκλοφορεί κυρίως ως νοητικοποίηση, αρκετά συχνά και ως εννόηση. Και οι δύο αποδόσεις είναι σωστές.

Ο όρος αναστοχαστική λειτουργία αναφέρεται στο ίδιο φαινόμενο, αλλά στενότερα: περιγράφει τη μετρήσιμη εκδοχή του, όπως αξιολογείται σε ερευνητικά εργαλεία.

Δύο άλλες λέξεις, όμως, μπερδεύονται συστηματικά μαζί της, και η σύγχυση δεν είναι αθώα.

Η διανοητικοποίηση, γνωστή και ως νοησιαρχία, είναι σχεδόν το αντίθετο. Πρόκειται για αμυντικό μηχανισμό: κάποιος μιλά για τον χωρισμό του με όρους στατιστικής και κοινωνιολογίας, και έτσι ακριβώς αποφεύγει να νιώσει τα αισθήματα που πυροδότησε εντός του ο χωρισμός. Η νοητικοποίηση κάνει ακριβώς την αντίθετη δουλειά, γιατί περιλαμβάνει το συναίσθημα αντί να το παρακάμπτει.

Η νοηματοποίηση ανήκει σε άλλη οικογένεια εννοιών. Αφορά το πώς δίνει κάποιος νόημα σε μια εμπειρία ή σε μια απώλεια, και συνδέεται με υπαρξιακές προσεγγίσεις. Κοινό με τη νοητικοποίηση έχει μόνο την ηχητική ομοιότητα.

Δύο ακόμη έννοιες βρίσκονται κοντά χωρίς όμως να ταυτίζονται. Η ενσυναίσθηση στρέφεται κυρίως προς τον άλλον και κυρίως προς το συναίσθημα. Η ενσυνειδητότητα εστιάζει στην παρούσα στιγμή, χωρίς να προσπαθεί να ερμηνεύσει τι συμβαίνει στον ψυχικό κόσμο κάποιου, δικό σου ή του άλλου, δηλαδή προθέσεις, φόβους, επιθυμίες. Η νοητικοποίηση καλύπτει και τον εαυτό και τον άλλον, και το συναίσθημα και τη σκέψη.

Παλιές καρτέλες βιβλιοθήκης με χειρόγραφες ετικέτες
Η νοητικοποίηση έχει περιγραφεί στη βιβλιογραφία με διαφορετικούς όρους και από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις.

Πώς χτίζεται

Ένα μωρό εννέα μηνών κλαίει. Μπορείς να του πεις με την πιο τρυφερή φωνή ότι όλα είναι εντάξει και δεν θα αλλάξει τίποτα. Θα ηρεμήσει μόνο αν το σηκώσεις. Αυτή είναι η λεγόμενη τελεολογική στάση: μετράει αποκλειστικά ό,τι φαίνεται και ό,τι γίνεται, γιατί το παιδί δεν έχει ακόμη πρόσβαση σε τίποτα άλλο.

Δεν την ξεπερνάμε ποτέ εντελώς. Επιστρέφει κάθε φορά που ένας ενήλικος λέει «αν με αγαπούσες, θα είχες τηλεφωνήσει». Η πρόθεση δεν μετράει, αυτό που μετράει είναι η πράξη, όπως στους εννέα μήνες.

Γύρω στο δεύτερο χρόνο, έρχεται η λεγόμενη ψυχική ισοδυναμία. Το παιδί θεωρεί ότι ο εσωτερικός και ο εξωτερικός κόσμος είναι το ίδιο πράγμα. Ο εφιάλτης δεν ήταν όνειρο, το τέρας ήταν εκεί, και δεν το πείθεις με επιχειρήματα γιατί δεν πρόκειται για γνώμη που μπορεί να αναθεωρηθεί.

Ο ενήλικος επιστρέφει και εδώ, και μάλιστα συχνότερα. Το «Νιώθω ότι με περιφρονείς» μετατρέπεται σε «με περιφρονείς», χωρίς κανένα ενδιάμεσο βήμα. Το αίσθημα δεν παρουσιάζεται ως πληροφορία για τον εαυτό αλλά ως περιγραφή του κόσμου.

Λίγο αργότερα, εμφανίζεται η λεγόμενη προσποιητή κατάσταση. Το παιδί μπορεί πλέον να παίξει, δηλαδή να κρατήσει μια φαντασία εντελώς χωριστά από την πραγματικότητα. Το κόστος είναι ότι στην αρχή τα διαχωρίζει υπερβολικά: τα δύο δεν επικοινωνούν καθόλου μεταξύ τους.

Και αυτή η κατάσταση επιβιώνει και στη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Είναι εκείνη η συζήτηση όπου κάποιος μιλά με άνεση για τα συναισθήματά του επί μία ώρα, χρησιμοποιεί όλες τις σωστές λέξεις, και τίποτα από όσα λέει δεν έχει κάποιο ειδικό βάρος. Τα λόγια δουλεύουν σε ένα επίπεδο και η ζωή σε ένα άλλο.

Ανοιχτό κουκλόσπιτο με μικροσκοπικά δωμάτια και έπιπλα
Η νοητικοποίηση χτίζεται σταδιακά μέσα από τις σχέσεις και την εμπειρία του παιδιού ότι ο εσωτερικός του κόσμος μπορεί να γίνει κατανοητός.

Η νοητικοποίηση προκύπτει όταν αυτά τα δύο επίπεδα ξαναβρούν επαφή. Οι σκέψεις γίνονται, όπως έχει περιγραφεί, μετρίως πραγματικές, δηλαδή αρκετά πραγματικές ώστε να μετράνε, αλλά και αρκετά υποθετικές ώστε να μπορούν να αλλάξουν.

Από εκεί και πέρα, η λειτουργία τρέχει κυρίως στο παρασκήνιο. Κάποιος λέει σε έναν φίλο ότι η γυναίκα του θέλει να χωρίσουν, και ο φίλος τον αγκαλιάζει χωρίς να σκεφτεί. Δεν υπολόγισε τίποτα και δεν χρειάστηκε να του εξηγήσει κανείς. Αυτή είναι η λεγόμενη σιωπηρή νοητικοποίηση. Η ρητή είναι η αργή αδερφή της, και εμφανίζεται όταν σταματάμε για να διατυπώσουμε τι ακριβώς συμβαίνει σε κάποιον, συνήθως επειδή η σιωπηρή απέτυχε.

Το παιδί φτάνει εκεί, κατά κανόνα, γύρω στον τέταρτο ή πέμπτο χρόνο της ηλικίας του, και μόνο εφόσον κάποιος γύρω του νοητικοποιούσε συστηματικά πρώτος.

Γιατί καταρρέει

Αυτή η τελευταία προϋπόθεση εξηγεί και την πιο παράξενη ιδιότητα της λειτουργίας. Ό,τι χτίζεται μέσα σε σχέσεις δεσμού παραμένει συνδεδεμένο με αυτές.

Όταν το σύστημα του δεσμού ενεργοποιείται έντονα, η νοητικοποίηση υποχωρεί. Δεν πρόκειται για βλάβη αλλά για τον ίδιο τον σχεδιασμό: μπροστά σε κίνδυνο χρειάζεσαι ταχύτητα, όχι αποχρώσεις. Ένα σύστημα που στέκεται για να αναρωτηθεί τι εννοούσε πραγματικά η απειλή είναι σύστημα που αργεί.

Γι’ αυτό η ικανότητα σε εγκαταλείπει με τον σύντροφό σου και όχι με τον υπάλληλο στην τράπεζα. Με τον ξένο μένεις ψύχραιμος και ευέλικτος, γιατί δεν διακυβεύεται τίποτα. Με τον άνθρωπο που φοβάσαι να χάσεις, η πρώτη ερμηνεία που θα εμφανιστεί θα σου φανεί και η μοναδική δυνατή.

Εδώ βρίσκεται το παράδοξο. Η λειτουργία που θα ήταν πιο χρήσιμη στους καβγάδες μας είναι ακριβώς εκείνη που οι καβγάδες σβήνουν πρώτη. Και επειδή στην ψυχική ισοδυναμία δεν αισθάνεσαι ότι ερμηνεύεις, αισθάνεσαι ότι βλέπεις, δεν υπάρχει καμία εσωτερική ένδειξη ότι κάτι έχει διαταραχτεί. Η βεβαιότητα δεν προειδοποιεί ποτέ ότι είναι βεβαιότητα.

Δύο άθικτες κούπες καφέ στις δύο άκρες ενός τραπεζιού
Όταν η συναισθηματική πίεση γίνεται μεγάλη, η ικανότητα να κατανοούμε τον εαυτό μας και τον άλλον μπορεί προσωρινά να περιοριστεί.

Ένα πρακτικό συμπέρασμα προκύπτει από αυτό, και είναι λιγότερο κολακευτικό από όσα συνήθως διαβάζει κανείς. Στόχος δεν μπορεί να είναι το να νοητικοποιεί κανείς πάντα, γιατί αυτό είναι βιολογικά αδύνατο. Το ρεαλιστικό ζητούμενο είναι να αναγνωρίζει πιο γρήγορα πότε έχει σταματήσει να το κάνει.

Όταν δεν χτίστηκε ποτέ αρκετά

Το να αναγνωρίσει κανείς πότε σταμάτησε προϋποθέτει, όμως, ότι κάποτε ξεκίνησε, και αυτό δεν ισχύει για όλους στον ίδιο βαθμό.

Η ανάπτυξη της ικανότητας μπορεί να αναχαιτιστεί από διάφορες κατευθύνσεις. Ένας φροντιστής, που κατακλύζεται ο ίδιος από τα συναισθήματά του, δυσκολεύεται να καθρεφτίσει το παιδί με τρόπο που να του δείχνει τι αυτό νιώθει. Υπάρχουν, επίσης, γενετικές ευαλωτότητες, όπως και το ψυχικό τραύμα.

Το τραύμα δρα με τρόπο που αξίζει να διευκρινιστεί καθαρά, γιατί ανατρέπει τη διαίσθηση. Σε ένα σπίτι όπου ο ενήλικος είναι απρόβλεπτος, το να σκέφτεται το παιδί τι νιώθει εκείνος δεν είναι χρήσιμο. Είναι ανυπόφορο. Πολύ πιο ασφαλές είναι να παρακολουθεί μόνο τι κάνει, ποια πόρτα χτύπησε και πόσο δυνατά. Το παιδί δηλαδή δεν αποτυγχάνει να μάθει. Μαθαίνει να μη μαθαίνει, γιατί σε εκείνες τις συνθήκες η άγνοια προστατεύει.

Το πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική επιβιώνει και όταν οι συνθήκες αλλάξουν. Ο ενήλικας συνεχίζει να μετράει πράξεις και όχι προθέσεις, σε σχέσεις όπου πλέον δεν διακινδυνεύει τίποτα.

Δύο παιδιά, όμως, στην ίδια οικογένεια καταλήγουν συχνά να λειτουργούν διαφορετικά, και εκεί φαίνεται τι διακυβεύεται. Όταν ένας γονιός έχει κατάθλιψη ή πίνει, ένας από τους παράγοντες που ξεχωρίζουν τα αδέρφια είναι το αν κατάφεραν να σκεφτούν ότι το πρόβλημα ανήκει στον γονιό. Όποιο το έχει καταφέρει, κουβαλά εντός του μια δυσκολία. Όποιο δεν το κατάφερε, κουβαλά την πεποίθηση ότι κάτι δεν πάει καλά με το ίδιο.

Η καλή είδηση, στον βαθμό που υπάρχει, βρίσκεται στην ίδια πρόταση με την κακή είδηση. Η ικανότητα χτίστηκε μέσα σε σχέσεις, οπότε μέσα σε σχέσεις μπορεί και να ξαναχτιστεί.

Κλειστή πόρτα διαδρόμου με φως να περνά από κάτω
Όταν η ικανότητα νοητικοποίησης δεν αναπτύχθηκε επαρκώς, η κατανόηση του εσωτερικού κόσμου μπορεί να παραμένει δύσκολη, ιδιαίτερα στις σχέσεις.

Ψευδονοητικοποίηση και υπερνοητικοποίηση

Πριν από αυτό, χρειάζεται όμως να ξεχωρίσει κανείς τη λειτουργία από δύο μορφές που τη μιμούνται πειστικά και ξεγελούν επειδή μοιάζουν με επιτυχία.

Στην πρώτη, κάποιος εξηγεί με άνεση τι σκέφτεται ο καθένας γύρω του. Ξέρει γιατί η αδερφή του φέρθηκε έτσι και τι πραγματικά εννοούσε ο προϊστάμενος. Τα συμπεράσματα βγαίνουν γρήγορα, δεν συνοδεύονται ποτέ από αμφιβολία, και καταλήγουν συνήθως προς όφελός του. Αυτή είναι η λεγόμενη ψευδονοητικοποίηση: η μορφή χωρίς το βασικό συστατικό, που είναι η αβεβαιότητα.

Στη δεύτερη, συμβαίνει κάτι πιο θλιβερό. Κάποιος διαβάζει τους άλλους με εξαιρετική ακρίβεια, είναι ο άνθρωπος που όλοι εμπιστεύονται τα προβλήματά τους, και για τη δική του ζωή δεν έχει σχεδόν καμία πληροφορία. Η υπερνοητικοποίηση στρέφει όλο το όργανο προς τα έξω και αφήνει τον εαυτό στο σκοτάδι.

Το κοινό τους στοιχείο είναι ότι και οι δύο εκλαμβάνονται ως αρετή. Ο πρώτος θεωρείται διορατικός, ο δεύτερος καλός φίλος.

Το κόστος όμως το πληρώνει κάποιος. Γύρω από τον πρώτο, υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν πως κρίνονται λανθασμένα και δεν έχουν τρόπο να το αποδείξουν, γιατί απέναντι στη βεβαιότητα δεν στέκει επιχείρημα. Ο δεύτερος πληρώνει μόνος του, και συνήθως το αντιλαμβάνεται αργά.

Γιατί δεν σε πείθει κανείς

Ο Fonagy πρόσθεσε αργότερα κάτι που αλλάζει τη σημασία όλων των παραπάνω. Δεν μαθαίνουμε για τον εαυτό μας από όποιον τύχει. Μαθαίνουμε από ανθρώπους που μας έδειξαν πρώτοι ότι μας κατάλαβαν σωστά.

Εκείνο το «σε είδα» λειτουργεί σαν άδεια. Ανοίγει ένα κανάλι από το οποίο η πληροφορία για το ποιοι είμαστε μπορεί να περάσει. Ένα παιδί που το νοητικοποίησαν μαθαίνει ότι αξίζει να παίρνει στα σοβαρά όσα του λένε οι άλλοι για εκείνο.

Ένα παιδί που δεν το νοητικοποίησαν μαθαίνει το αντίστροφο, και το μαθαίνει σωστά για τις συνθήκες του. Αν οι περιγραφές που άκουγε για τον εαυτό του δεν ταίριαζαν ποτέ με αυτά που ένιωθε, τότε η λογική στάση απέναντι σε κάθε εισερχόμενη πληροφορία είναι η επιφύλαξη.

Παλιό θυροτηλέφωνο σε τοίχο με φθαρμένη μπογιά
Όταν δυσκολευόμαστε να δούμε πίσω από τα λόγια, ακόμη και μια εξήγηση μπορεί να μην αρκεί για να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη.

Ο ενήλικας που προκύπτει δεν είναι ισχυρογνώμων. Είναι κάποιος του οποίου το κανάλι έμεινε κλειστό, και γι’ αυτό οι διαβεβαιώσεις και τα καλά λόγια περνούν από δίπλα του χωρίς να τον αγγίζουν.

Αυτό εξηγεί και γιατί οι λογικές συζητήσεις σπάνια μετακινούν κάποιον. Το κανάλι δεν ξανανοίγει με επιχειρήματα αλλά με την εμπειρία ότι κάποιος τον διάβασε σωστά, έστω μία φορά. Γι’ αυτό η αίσθηση «αυτός κατάλαβε τι εννοώ» μετράει, σε μια θεραπεία όπως και σε μια φιλία, περισσότερο από το περιεχόμενο όσων λέγονται.

Τι σημαίνει να βελτιωθεί κανείς

Θα περίμενε κανείς ότι η βελτίωση σημαίνει να καταλαβαίνει κάποιος περισσότερα. Σημαίνει μάλλον το αντίθετο: να αντέχει περισσότερο το να μην ξέρει.

Πρακτικά, αυτό μοιάζει με τρεις μικρές συνήθειες. Να ξαναπιάνει κανείς μια δύσκολη κουβέντα την επόμενη μέρα, όχι για να αποδείξει ποιος είχε δίκιο αλλά για να ρωτήσει τι συνέβη. Να διατυπώνει το «νιώθω ότι» ως υπόθεση και όχι ως ετυμηγορία. Και να παραμένει διαθέσιμος να εκπλαγεί, που είναι το δυσκολότερο από τα τρία, γιατί η έκπληξη προϋποθέτει ότι δεν είχες ήδη αποφασίσει μέσα σου.

Πάνω σε αυτή τη λογική, χτίζεται και η θεραπεία που βασίζεται στη νοητικοποίηση, η γνωστή ως MBT. Ο θεραπευτής εκεί δεν ερμηνεύει από θέση ειδικού. Μένει ενεργός, ρωτά, και δείχνει ο ίδιος πώς είναι να σκέφτεσαι κάποιον, χωρίς να έχεις ήδη αποφασίσει από πριν τι του συμβαίνει.. Είναι από τις λίγες ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις που έχουν ελεγχθεί σε τυχαιοποιημένες μελέτες.

Υπάρχει τέλος και μια συνέπεια που σπάνια αναφέρεται. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς έναν άνθρωπο, τόσο δυσκολότερα τον μεταχειρίζεται ως αντικείμενο. Η νοητικοποίηση δεν αποτελεί ουδέτερη δεξιότητα επικοινωνίας. Έχει ηθικό αποτύπωμα, και η απουσία της το έχει επίσης.

Αν κρατήσει κανείς ένα πράγμα από όλα αυτά, ας είναι το εξής: η βεβαιότητα για το τι σκέφτεται ο άλλος είναι σχεδόν πάντα ένδειξη ότι σταματήσαμε να τον σκεφτόμαστε.

Η μετάφραση παραμένει μετάφραση. Το πρωτότυπο βρίσκεται πάντα σε κάποιον άλλο, και δεν παραδίδεται.

 

Συχνές ερωτήσεις

Τι είναι η νοητικοποίηση με απλά λόγια;

Είναι η ικανότητα να καταλαβαίνει κανείς ότι πίσω από κάθε συμπεριφορά, τη δική του ή του άλλου, υπάρχει μια ψυχική κατάσταση. Ότι η σιωπή μπορεί να σημαίνει θυμό, μπορεί όμως και κούραση. Το κρίσιμο δεν είναι να μαντεύει σωστά, αλλά να θυμάται ότι μαντεύει.

Ποια η διαφορά νοητικοποίησης και ενσυναίσθησης;

Η ενσυναίσθηση στρέφεται κυρίως προς τον άλλον και κυρίως προς το συναίσθημά του. Η νοητικοποίηση καλύπτει και τον εαυτό, και περιλαμβάνει τόσο το συναίσθημα όσο και τη σκέψη. Μπορεί κάποιος να έχει ισχυρή ενσυναίσθηση και ελάχιστη πρόσβαση στον δικό του εσωτερικό κόσμο.

Νοητικοποίηση και διανοητικοποίηση είναι το ίδιο;

Όχι, είναι σχεδόν αντίθετα. Η διανοητικοποίηση, ή νοησιαρχία, είναι αμυντικός μηχανισμός: κάποιος αναλύει μια εμπειρία ώστε να μη χρειαστεί να τη νιώσει. Η νοητικοποίηση περιλαμβάνει το συναίσθημα αντί να το παρακάμπτει.

Γιατί χάνω την ψυχραιμία μου μόνο με τους δικούς μου ανθρώπους;

Επειδή η λειτουργία αυτή αναπτύχθηκε μέσα σε σχέσεις δεσμού και υποχωρεί όταν ο δεσμός απειλείται. Με έναν ξένο δεν διακυβεύεται τίποτα, οπότε παραμένεις ευέλικτος. Με κάποιον που φοβάσαι να χάσεις, η πρώτη ερμηνεία που θα σχηματιστεί θα σου φανεί η μοναδική δυνατή.

 

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *