Σπάνια η ιστορία ξεκινά με έναν πατέρα που έλειπε. Πιο συχνά πρόκειται για κάποιον που ήταν εκεί, πλήρωνε τα φροντιστήρια και ρωτούσε για τους βαθμούς. Αυτό ακριβώς επιβραδύνει πολύ τη διαδικασία κατονομασίας της δυσκολίας: δεν έλειπε τίποτα που να μπορείς να το καταδείξεις σε κάποιον τρίτο.
Χρειάζεται προσοχή με τον όρο. Ένας πατέρας εγωκεντρικός ή ευέξαπτος δεν έχει απαραίτητα, για αυτόν τον λόγο, Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας. Η διάγνωση περιγράφει ένα σταθερό και διάχυτο πρότυπο λειτουργίας, όχι μεμονωμένες σκηνές, και δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο τη μνήμη ενός ενήλικου παιδιού. Όποιος καταλήγει στη λέξη «ναρκισσιστής» νιώθει μια ανακούφιση που κρατά λίγες εβδομάδες, γιατί η λέξη εξηγεί μεν τα πάντα και δεν αλλάζει δε τίποτα. Το ερώτημα που αντέχει περισσότερο δεν είναι τι είχε ο πατέρας. Είνπως έμαθε το παιδί να λειτουργεί μαζί του.
Γιατί κάτι μαθαίνει. Μέσα σε τέτοια σπίτια αναπτύσσεται ένα είδος ιδιότυπης ακοής. Το παιδί καταλαβαίνει από το πώς γυρίζει το κλειδί στην πόρτα με τι διάθεση μπαίνει ο πατέρας στο σπίτι, και, με βάση αυτό, ρυθμίζει την αναπνοή του πριν ακουστεί το πρώτο «γεια».
Θα ήταν ευκολότερο αν αυτή η ακοή ήταν σκέτος φόβος, γιατί τότε θα υποχωρούσε μαζί με τον κίνδυνο. Αντ’ αυτού παραμένει. Συνεχίζει να υπάρχει δεκαετίες αργότερα, σε ανθρώπους που έχουν δικό τους σπίτι και κανέναν λόγο να προσπαθού να αφουγρασθούν.
Ένας πατέρας με ναρκισσιστική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει τον ψυχισμό του παιδιού όταν η σχέση χαρακτηρίζεται από έντονη ανάγκη για επιβεβαίωση, έλεγχο, κριτική ή δυσκολία αποδοχής της αυτονομίας του. Το παιδί μπορεί τότε να μάθει να συνδέει την αξία του με την επίδοση και την αποδοχή με την προσαρμογή, κάτι που ενδέχεται να επηρεάσει την αυτοεκτίμηση, τα όρια και τις μετέπειτα σχέσεις του.
Η προσοχή που είχε τιμή
Η ακοή κρατιέται ζωντανή επειδή κάποτε απέδιδε.
Γιατί υπήρχε προσοχή, και αυτό είναι το σημείο που χάνεται όταν η ιστορία αποκαλείται αποκλειστικά ως κακοποίηση. Ο πατέρας ενδιαφερόταν έντονα. Ήξερε βαθμούς, ήξερε τι είπαν οι άλλοι γονείς. Το ενδιαφέρον όμως είχε κατεύθυνση: ερχόταν όταν το παιδί επιβεβαίωνε κάτι για εκείνον και αποσυρόταν όταν η στάση ή οι πράξεις του έμοιαζαν να το αμφισβητεί. Ένα παιδί δεν χρειάζεται πολλή επανάληψη για να βρει τον κανόνα. Τον βρίσκει, και μετά τον υπηρετεί, γιατί ο κανόνας είναι ο μόνος διακόπτης που ξέρει για να ανάψει ξανά το φως.
Ο Kohut περιέγραψε κάτι απλό και δυσάρεστο: ότι το παιδί χρειάζεται τη ματιά του γονιού ως καθρέφτη προτού αποκτήσει δικό του πρόσωπο. Σε εκείνη τη φάση, η ματιά δεν είναι πολυτέλεια, είναι υλικό. Ένας καθρέφτης όμως που χρειάζεται ο ίδιος να επιβεβαιωθεί, επιστρέφει τη δική του κατάσταση και όχι του παιδιού. Το παιδί δεν παύει γι’ αυτό να τον κοιτάζει, απλά μαθαίνει σε ποια γωνία πρέπει να σταθεί ώστε να βγει κάποια συγκεκριμένη εικόνα.

Ο καθρέφτης δεν έσπασε ποτέ. Αυτό είναι το δύσκολο. Αν είχε σπάσει, το παιδί θα είχε πάψει να βρίσκεται μπροστά του.
Υπάρχει και μια εκδοχή πιο ήπια από την κριτική. Ο πατέρας δεν κατακρίνει, απλώς δεν φτάνει ποτέ εκεί που το παιδί περιμένει. Ακούει το πρόβλημα και δίνει λύση. Βλέπει τα δάκρυα και ρωτά τι θα κάνεις τώρα. Σκληρότητα δεν υπάρχει εδώ, υπάρχει μια δυσκολία να μείνει και να μοιραστεί ένα συναίσθημα που δεν οδηγεί πουθενά. Το παιδί σταματά γρήγορα να εκφράζει ό,τι δεν έχει λύση.
Ένα παιδί που έγινε καλός αναγνώστης
Το να στέκεσαι στη σωστή γωνία, απέναντι σε κάποιον, απαιτεί δουλειά, και η δουλειά με τα χρόνια γίνεται ικανότητα.
Και εδώ είναι κάτι που σπάνια επισημαίνεται: το παιδί τα πήγαινε καλά. Διάβαζε την ατμόσφαιρα του χώρου πριν μπει σ΄αυτόν. Καταλάβαινε από την ένταση της φωνής πότε να μιλήσει και πότε να κάνει τον αόρατο. Έμαθε να προλαβαίνει τον καβγά, πριν εκείνος προκληθεί. Κανένα από αυτά δεν είναι σύμπτωμα, είναι δεξιότητες, και πολλοί ενήλικες χτίζουν πάνω τους καριέρες όπου η ευαισθησία στη διάθεση των άλλων ανταμείβεται καλά.
Η σύγχρονη ψυχοδυναμική έρευνα έχει όνομα για την ικανότητα αυτή, και το χρήσιμο δεν είναι το όνομα αλλά η ασυμμετρία που φανερώνει. Ο Fonagy και οι συνεργάτες του περιέγραψαν την ικανότητα να βλέπει κανείς πίσω από μια συμπεριφορά μια ψυχική κατάσταση, δική του ή του άλλου: ότι ο πατέρας δεν φώναξε επειδή είσαι ανάξιος, αλλά επειδή φοβήθηκε κάτι δικό του που είδε στο παιδί και το οποίο δεν μπορούσε να ονομάσει. Το παιδί αυτό ανέπτυξε τη λειτουργία αυτή προς μία μόνο κατεύθυνση. Διαβάζει τον άλλον με ακρίβεια οργάνου. Τον εαυτό του, όμως, σχεδόν καθόλου.
Υπάρχει και μια πρωιμότερη λειτουργία που εξηγεί γιατί η κριτική ριζώθηκε τόσο βαθιά. Ένα μικρό παιδί δεν έχει ακόμη την πολυτέλεια να σκεφτεί ότι η γνώμη τού πατέρα του είναι γνώμη. Ό,τι λέγεται μέσα στο δωμάτιο ισχύει, με τον τρόπο που ισχύει ότι το τραπέζι είναι ξύλινο. Όταν ακούει ότι είναι τεμπέλης, δεν του φαίνεται άδικο. Του φαίνεται ακριβές. Η δουλειά που μένει σε έναν ενήλικο δεκαετίες αργότερα είναι να καταφέρει να ξαναδεί ως άποψη κάποιου κάτι που είχε καταγραφεί ως ιδιότητα δική του.

Το κόστος πληρώνεται αλλού και αργά. Κάποιος περιγράφει τον εαυτό του ως το καλό παιδί, εκείνο που ποτέ δεν δημιουργούσε προβλήματα και έκανε ό,τι περίμεναν οι άλλοι από αυτό. Η κουβέντα κυλά άνετα μέχρι να διατυπωθεί η ερώτηση τι ήθελε το ίδιο. Εκεί εμφανίζεται σιωπή. Δεν πρόκειται για άρνηση να απαντήσει, δεν υπάρχει τίποτα έτοιμο να ανασυρθεί από μέσα του, γιατί η ερώτηση δεν του τέθηκε ποτέ σε συνθήκες όπου η απάντηση θα μετρούσε.
Όταν το παιδί μεγαλώνει αρκετά
Όλα αυτά αντέχουν όσο ο κόσμος γύρω τους παραμένει ίδιος. Η ισορροπία διαταράσσεται όταν το παιδί αρχίζει να γίνεται κάποιος.
Η υπερηφάνεια κρατά όσο η επιτυχία του παιδιού παραμένει και δική του. Όταν το παιδί καταφέρνει κάτι που δεν του ανήκει με κανέναν τρόπο, η φράση αλλάζει σχήμα. Έρχεται πρώτα η αναγνώριση και έπειτα το «αλλά», και το «αλλά» το θυμάται κανείς χρόνια αργότερα, αφότου ξέχασε τα υπόλοιπα. Έτσι μαθαίνει ένας άνθρωπος να ανακοινώνει τα καλά νέα μισοσβησμένα, με ύφος που ζητά συγγνώμη για τον ίδιο του τον εαυτό.
Αυτό δεν το κάνουν όλοι οι πατέρες με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, ούτε προκύπτει αναγκαστικά από τη διαταραχή. Προκύπτει όταν η αξία του γονιού εξαρτάται από το να παραμένει εκείνος ο μεγαλύτερος στο δωμάτιο.
Όπου υπάρχουν αδέρφια, ο κανόνας παίρνει και δεύτερη μορφή. Η οικογένεια μοιράζει ρόλους: κάποιος κουβαλά την υπερηφάνεια και κάποιος άλλος την απογοήτευση. Το παιδί που απογοήτευσε ξέρει τουλάχιστον πού στέκεται. Εκείνο που τα πήγε καλά ζει με την υποψία ότι η αγάπη ήταν μισθός. Χρόνια αργότερα, τα δύο αδέρφια περιγράφουν δύο διαφορετικές εκδοχές πατέρα και μαλώνουν για το ποιος θυμάται σωστά. Θυμούνται και οι δύο σωστά. Απλώς δεν συνάντησαν τον ίδιο άνθρωπο.
Το παιδί βρίσκεται τότε σε αδιέξοδο. Για να προχωρήσει χρειάζεται να απομακρυνθεί από τη μόνη πηγή επιβεβαίωσης που μετράει, και κάθε βήμα μπροστά το πληρώνει με απόσταση.
Πολλοί επιλέγουν να μην προχωρήσουν. Δεν το ονομάζουν έτσι, αλλά κακή συγκυρία ή λάθος στιγμή.
Σε άλλα δωμάτια

Το αδιέξοδο δεν μένει μέσα στο πατρικό σπίτι. Μετακομίζει μαζί με το ενήλικο πλέον παιδί.
Κάποιοι διαλέγουν συντρόφους δύσκολους στο να ικανοποιούνται, γιατί εκεί τουλάχιστον ξέρουν τι πρέπει να κάνουν. Άλλοι διαλέγουν κάποιον ήπιο σύντροφο και ανακαλύπτουν ότι δεν ξέρουν πώς λειτουργεί μια σχέση όπου δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις πολύ για να εισπράξεις κάτι. Η αγάπη που δίνεται χωρίς εέλεγχο μοιάζει στην αρχή με αδιαφορία.
Η πιο δύσκολη στιγμή έρχεται, συνήθως, όταν το παιδί-ενήλικας αποκτήσει το δικό του παιδί. Κάποιος μπορεί να έχει ορκιστεί από τα δεκαπέντε του ότι δεν πρόκειται να μιλήσει ποτέ έτσι, και ένα απόγευμα ακούει τη φράση να βγαίνει από το στόμα του με τον ίδιο ακριβώς τόνο, αν και σε άλλη κουζίνα, με άλλα πλακάκια. Ο τρόμος εκείνης της στιγμής είναι δυσανάλογος με το μέγεθος του γεγονότος, επειδή στην πραγματικότητα δεν αφορά τη φράση αλλά την υποψία ότι δεν υπήρξε ποτέ αληθινή απόσταση.
Στο χώρο εργασίας, το ίδιο εργαλείο θεωρείται ως αρετή. Όποιος καταλαβαίνει τη διάθεση του προϊσταμένου, πριν εκείνος ανοίξει το στόμα, θεωρείται καλός συνεργάτης, και όντως είναι. Απλώς πληρώνει κάτι που δεν φαίνεται πουθενά στον μισθό.
Ο κριτής που ακούει
Σε όλα αυτά τα δωμάτια υπάρχει κάποιος που κρατά σημειώσεις.
Ο εσωτερικός κριτής περιγράφεται συνήθως ως φωνή που κρίνει. Αυτό είναι η μισή αλήθεια. Για να κρίνει, πρέπει πρώτα να παρακολουθεί, και η παρακολούθηση είναι μια μορφή προσοχής, η μόνη μορφή που ορισμένοι άνθρωποι έμαθαν να αναγνωρίζουν ως προσοχή. Γι’ αυτό δεν υποχωρεί όταν την ονομάσει κανείς. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς από πού προέρχεται η φωνή αλλά εξακολουθούν να απολογούνται μέσα τους κάθε βράδυ.
Ο Fonagy πρόσθεσε αργότερα κάτι που εξηγεί την αντοχή αυτή καλύτερα από την επανάληψη. Μαθαίνουμε για τον εαυτό μας από ανθρώπους που μας έδειξαν πρώτα ότι μας κατάλαβαν σωστά. Εκείνο το «σε είδα» ανοίγει ένα κανάλι, και η πληροφορία για το ποιοι είμαστε περνά κυρίως από εκεί. Όταν ο πατέρας ήταν ο μόνος που φαινόταν να ξέρει, το κανάλι έμεινε ανοιχτό προς τα εκεί και μισόκλειστο προς όλους τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό τα καλά λόγια από φίλους ή συντρόφους ακούγονται ευγενικά μεν αλλά δεν φτάνουν πουθενά. Ο έπαινος έρχεται από πηγή που δεν έχει πιστοποιηθεί.

Χρειάζεται, όμως, μια ένσταση, γιατί σπάνια ο πατέρας ήταν πράγματι ο μόνος. Υπήρχε, συνήθως, και κάποιος που αγαπούσε το παιδί χωρίς όρους. Ακριβώς επειδή δινόταν έτσι κι αλλιώς, η αγάπη εκείνη δεν πιστοποιούσε τίποτα. Ο ένας έδινε ασφάλεια, ο άλλος κρατούσε το βαθμολόγιο. Γι’ αυτό μια καλή μητέρα δεν αντισταθμίζει έναν τέτοιο πατέρα. Κι αυτό γιατί δεν παίζει στο ίδιο παιχνίδι.
Το μέτρημα δεν σταματά ούτε στην επιτυχία. Κάποιος μιλά για μια κατάκτηση που του πήρε χρόνια και, μέσα σε δευτερόλεπτα, προσθέτει μόνος του: «Ναι, αλλά ο πατέρας μου θα έβρισκε κάτι που θα μπορούσα να είχα κάνει καλύτερα.» Δεν χρειάστηκε να τηλεφωνήσει πουθενά. Ο ακροατής ήταν ήδη εκεί, μέσα του, και δεν απαντά ποτέ με τον τρόπο που χρειάζεται. Έπειτα έρχεται το δεύτερο χτύπημα, το πιο σιωπηλό από όλα: η ντροπή για το ότι ακόμη τον χρειάζεται. Θεωρεί ταπεινωτικό το ότι θα ήθελε ακόμη ο πατέρας του να του πει ότι τα πήγε καλά, και τιμωρεί τον εαυτό του για την επιθυμία του αυτή, ίσως ακόμα πιο σκληρά από όσο τον τιμώρησε ποτέ εκείνος.
Η ίδια συνθήκη δεν παράγει τους ίδιους ανθρώπους. Άλλοι συμμορφώνονται, και άλλοι κάνουν το αντίθετο σε κάθε ευκαιρία: διαλέγουν επάγγελμα που εκείνος περιφρονεί, ζουν με τρόπο που θα τον εκνεύριζε. Το δεύτερο μοιάζει με απελευθέρωση χωρίς να είναι. Όποιος οργανώνει τη ζωή του ώστε να μη μοιάσει στον πατέρα του, τον κρατά ως σημείο αναφοράς. Η πυξίδα δείχνει ανάποδα, αλλά παραμένει η ίδια πυξίδα και δείχνει πάντα προς εκείνον.
Τι κοστίζει να πάψεις
Μια πυξίδα που την αφήνεις κάτω δεν σε κάνει αμέσως ελεύθερο. Σε κάνει να νιώθεις χαμένος για ένα διάστημα, και αυτό το διάστημα δεν το περιμένει σχεδόν κανείς.
Το σώμα το καταλαβαίνει πριν από τη σκέψη. Κάποιος ετοιμάζεται να ανακοινώσει στον πατέρα του μια απόφαση που ξέρει ότι δεν θα του αρέσει, και, πριν προλάβει να σχηματίσει την πρόταση, σφίγγεται και κρατά την αναπνοή του, με την καρδιά να χτυπά σαν να τρέχει. «Ξέρω ότι δεν κάνω κάτι κακό», λέει, «αλλά το σώμα μου αντιδρά σαν να πρόκειται να συμβεί κάτι πολύ σοβαρό.» Από μόνη της η αντίδραση δεν αποδεικνύει την προέλευση της δυσκολίας. Δείχνει όμως πόσο στενά έχει συνδεθεί το να διαφέρεις με το να κινδυνεύεις.

Στη θεραπεία, το σημείο αυτό είναι από τα πιο παρεξηγημένα. Ο άνθρωπος έχει δουλέψει και έχει αρχίσει να λέει όχι. Και τότε, αντί για ανακούφιση, εμφανίζεται πένθος. Πολλοί το ερμηνεύουν ως αποτυχία: αν είχα πραγματικά προχωρήσει, δεν θα πονούσα ακόμη. Συμβαίνει το αντίστροφο. Η ενοχή που εμφανίζεται όταν διαφωνείς με έναν γονιό δεν είναι κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά το ίδιο το σχήμα του δεσμού που είχες μαζί του, και το πένθος σημαίνει ότι κάτι πραγματικό μετατοπίσθηκε.
Το να αναγνωρίσει κανείς ότι πληγώθηκε δεν τον υποχρεώνει να μετατρέψει μέσα του τον πατέρα του σε τέρας. Οι περισσότεροι τέτοιοι πατέρες φοβούνται, και κάποιοι έχτισαν ό,τι μπόρεσαν γύρω από ένα κενό που δεν ονόμασαν ποτέ. Η κατανόηση αυτή ανακουφίζει και μπερδεύει ταυτόχρονα. Οι δύο αλήθειες δεν ακυρώνουν η μία την άλλη, απλώς δεν χωρούν άνετα στην ίδια πρόταση.
Υπάρχει και ένα σημείο όπου κάποιος δεν έχει τίποτα καλό να προσφέρει. Η αναγνώριση που χρειαζόταν κάποιος στα εφτά του δεν παραδίδεται στα σαράντα πέντε του. Ακόμη κι αν ο πατέρας μαλακώσει και πει κάποτε αυτό που δεν είπε ποτέ, θα το πει σε έναν άνθρωπο που έχει ήδη οργανώσει τη ζωή του γύρω από την απουσία του. Το παιδί που το περίμενε δεν βρίσκεται πια εκεί για να το ακούσει. Αυτή η απώλεια δεν επανορθώνεται.
Ό,τι αλλάζει είναι πιο μετριοπαθές. Η φωνή εξακολουθεί να μιλά, αλλά παύει σιγά σιγά να είναι η μόνη με δικαίωμα ψήφου, και κάποιος αρχίζει κάποτε να πιστεύει έναν φίλο που του λέει ότι τα πήγε καλά. Η αλλαγή είναι αργή και μοιάζει με ένα τίποτα.
Πολλοί το ανακαλύπτουν αργά, όταν ο πατέρας έχει γεράσει και το κλειδί γυρίζει πια αργά στην πόρτα. Η ακοή δουλεύει ακόμη. Ίσως να δουλεύει και για πάντα, και όσοι υπόσχονται με σιγουριά το αντίθετο συνήθως θέλουν να πουλήσουν κάτι.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι πότε θα σταματήσει. Είναι πόσος χρόνος υπάρχει ανάμεσα στο να ακούσει κανείς το κλειδί και στο να αλλάξει στάση, και τι χωράει μέσα σε αυτόν τον χρόνο.
Πότε αξίζει να το συζητήσει κανείς με ειδικό
Τίποτα από όσα περιγράφονται εδώ δεν συνιστά διάγνωση, ούτε για τον πατέρα ούτε για το παιδί. Το χρήσιμο ερώτημα δεν αφορά το πόσο κακή ήταν η σχέση αλλά το αν κοστίζει ακόμη: αν η ενοχή εμφανίζεται σε αποφάσεις που δεν έχουν καμία σχέση με εκείνον, ή αν η επιτυχία δεν προλαβαίνει ποτέ να γίνει ευχαρίστηση. Μια ψυχοθεραπευτική συζήτηση δεν προϋποθέτει ότι έχει καταλήξει κανείς σε συμπέρασμα για τον γονιό του, ούτε υπόσχεται ότι η σχέση θα αλλάξει οπωσδήποτε. Προσφέρει έναν χώρο όπου το ερώτημα μένει ανοιχτό χωρίς να το κουβαλά κανείς μόνος.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Πώς επηρεάζει ένας πατέρας με ναρκισσιστική διαταραχή το παιδί του;
Το κρίσιμο δεν είναι η κριτική καθαυτή, αλλά ότι η προσοχή του πατέρα ερχόταν υπό όρους. Το παιδί μαθαίνει να διαβάζει τη διάθεση του άλλου με μεγάλη ακρίβεια και τη δική του σχεδόν καθόλου. Στην ενήλικη ζωή αυτό εμφανίζεται ως δυσκολία να χαρεί κανείς μια επιτυχία ή να ξέρει τι θέλει ο ίδιος.
2. Ποια είναι τα σημάδια ενός ναρκισσιστικού πατέρα;
Αναφέρονται συνήθως η ανάγκη για αναγνώριση, η υπερευαισθησία στην κριτική και η δυσκολία να δει το παιδί ως ξεχωριστό πρόσωπο. Καμία λίστα όμως δεν θεμελιώνει διάγνωση Ναρκισσιστικής Διαταραχής Προσωπικότητας, που προϋποθέτει σταθερό και διάχυτο πρότυπο λειτουργίας. Πιο χρήσιμο από το τι είχε ο πατέρας είναι το τι έμαθε το παιδί να κάνει μαζί του.
3. Γιατί δεν με πείθουν τα καλά λόγια των άλλων;
Μαθαίνουμε για τον εαυτό μας κυρίως από ανθρώπους που μας έδειξαν πρώτα ότι μας κατάλαβαν σωστά. Όταν ο πατέρας ήταν ο μόνος που φαινόταν να ξέρει, ο έπαινος από φίλους ή συντρόφους ακούγεται ευγενικός χωρίς να φτάνει πουθενά. Έρχεται από πηγή που δεν έχει πιστοποιηθεί.
4. Γιατί νιώθω ενοχή όταν διαφωνώ με τον πατέρα μου;
Η ενοχή δεν είναι κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά το ίδιο το σχήμα του δεσμού. Η διαφωνία απειλεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε η σχέση, γι’ αυτό το σώμα συχνά αντιδρά πριν προλάβει η σκέψη να καταλάβει ότι δεν συμβαίνει τίποτα επικίνδυνο.
5. Αρκεί ένας καλός δεύτερος γονιός για να εξισορροπήσει;
Βοηθά, χωρίς να εξουδετερώνει. Η αγάπη που δίνεται χωρίς όρους δεν πιστοποιεί τίποτα ακριβώς επειδή δίνεται έτσι κι αλλιώς. Ο ένας γονιός δίνει ασφάλεια, ο άλλος κρατά το βαθμολόγιο, και το ερώτημα «αξίζω;» απαντιέται μόνο από τον δεύτερο.
6. Μπορεί κάποιος να αυτονομηθεί χωρίς να διακόψει τη σχέση;
Ναι, η ψυχική αυτονόμηση δεν προϋποθέτει ρήξη. Σημαίνει ότι η πατρική αξιολόγηση παύει σταδιακά να είναι το βασικό μέτρο. Αξίζει όμως να ξέρει κανείς ότι το πρώτο συναίσθημα σπάνια είναι ανακούφιση. Συχνά είναι πένθος, και αυτό δεν σημαίνει ότι κάτι πήγε στραβά.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

