Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Υπάρχει ένα σημείο στο σώμα, κάπου ανάμεσα στο στήθος και στο στομάχι, όπου νιώθουμε την επιθυμία πριν καν την ονομάσουμε. Είναι μια έλξη προς κάτι: όρεξη για φαγητό, για επαφή, για το επόμενο πρωί. Στην κατάθλιψη, αυτό το σημείο αδειάζει. Όχι απότομα, συνήθως. Πιο πολύ σαν κάτι να μειώνει σιγά σιγά την ένταση, μέχρι που μια μέρα ο άνθρωπος καταλαβαίνει πως δεν είναι απλώς λυπημένος: μέσα του δεν κινείται τίποτα.

«Ένας άνδρας, γύρω στα πενήντα, μου το είπε κάποτε με έναν τρόπο σχεδόν απολογητικό, σαν να ζητούσε συγγνώμη που ο πόνος του δεν ήταν πιο δραματικός: «Δεν είναι ότι θέλω να πεθάνω. Είναι ότι δεν μπορώ πια να θέλω τίποτα»

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής περιγραφή της κατάθλιψης από αυτή τη φράση.

Όχι θλίψη. Όχι απόγνωση, με τη θεατρική της έννοια. Κάτι πιο σιωπηλό και, ίσως ακριβώς γι’ αυτό, πιο δύσκολο να το αναγνωρίσει κανείς έγκαιρα: η ίδια η κίνηση της επιθυμίας έχει ατονήσει.

Μιλάμε συχνά για την κατάθλιψη σαν να είναι υπερβολική θλίψη. Σαν να έχει κάποιος απλώς παραπάνω λύπη από όση αντέχει. Αλλά η λύπη έχει τουλάχιστον αντικείμενο: κάποιος λυπάται για κάτι, για κάποιον, για μια απώλεια που μπορεί να δείξει με το δάχτυλο.

Αυτό που περιέγραφε εκείνος ο άνθρωπος δεν είχε αντικείμενο, γιατί έλειπε η ίδια η κίνηση προς οτιδήποτε.

Κατάθλιψη είναι μια διαταραχή διάθεσης, όχι απλή θλίψη. Εκδηλώνεται με μειωμένη διάθεση ή απώλεια ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης τις περισσότερες ώρες της ημέρας, σχεδόν κάθε μέρα, για τουλάχιστον δύο εβδομάδες, μαζί με άλλα συμπτώματα, όπως κόπωση και αλλαγές στον ύπνο ή στην όρεξη.

Τα συμπτώματα της κατάθλιψης και πότε μιλάμε για κατάθλιψη

Μια κακή εβδομάδα δεν είναι κατάθλιψη. Οι ειδικοί εξετάζουν αν τα συμπτώματα επιμένουν και αν δείχνουν σαφή αλλαγή σε σχέση με το πώς λειτουργούσε ως τότε ο άνθρωπος. Παρόμοια περιγραφή δίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας στο ενημερωτικό του δελτίο για την κατάθλιψη, όπου την ξεχωρίζει από τις συνηθισμένες διακυμάνσεις της διάθεσης. Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5), χρειάζονται τουλάχιστον πέντε από εννέα συμπτώματα, και ανάμεσά σε αυτά πρέπει να υπάρχει η καταθλιπτική διάθεση ή η απώλεια ενδιαφέροντος και ευχαρίστησης.

Τα δύο κεντρικά είναι η διάθεση που βυθίζεται σε θλίψη, κενό ή απελπισία, και η απώλεια του ενδιαφέροντος για πράγματα που κάποτε μετρούσαν. Την εικόνα συμπληρώνουν αλλαγές στην όρεξη και στο σωματικό βάρος, ύπνος που λείπει ή που παραγίνεται, πιο αργές κινήσεις και σκέψη (ψυχοκινητική επιβράδυνση), ή αντίθετα, αδυναμία να μείνει κανείς ήσυχος, και τα δύο ορατά και στους άλλους, κόπωση, αίσθημα αναξιότητας ή υπερβολική ενοχή, δυσκολία στη συγκέντρωση και στις αποφάσεις, καθώς και σκέψεις θανάτου.

Ο αριθμός, όμως, δεν λέει τα πάντα. Δύο άνθρωποι με τα ίδια συμπτώματα μπορεί να ζουν εντελώς διαφορετικά αυτό που περιγράφουν, και ό,τι δεν χωράει σε λίστα, όπως η εξάντληση πίσω από μια λειτουργική καθημερινότητα, μετράει εξίσου πολύ. Τη διάγνωση τη θέτει ειδικός μέσα από συζήτηση, όχι ένα τεστ στο διαδίκτυο. Χρειάζεται, επίσης, να εξεταστούν και άλλες εξηγήσεις: για παράδειγμα, ένα σωματικό πρόβλημα ή το πένθος για μια πρόσφατη απώλεια, που εξωτερικά μπορεί να μοιάζει με κατάθλιψη χωρίς, όμως, να είναι πάντα το ίδιο πράγμα.

Στα παιδιά και στους εφήβους η κατάθλιψη εμφανίζεται συχνά ως ευερεθιστότητα και όχι ως θλίψη. Γι’ αυτό υπάρχουν ξεχωριστά άρθρα για την κατάθλιψη στα παιδιά και για την κατάθλιψη στην εφηβεία.

Η κατάθλιψη δεν έχει μία αιτία. Συμβάλλουν γενετικοί και βιολογικοί παράγοντες, εμπειρίες ζωής και το περιβάλλον του ανθρώπου, σε διαφορετικό συνδυασμό για τον καθένα. Στη συνέχεια, κοιτάμε πώς τη βιώνει ο ίδιος ο άνθρωπος και τι μπορεί να τη συντηρεί, με τα μάτια της ψυχοδυναμικής προσέγγισης, που εξετάζει πώς οι παλιές εμπειρίες επηρεάζουν όσα νιώθουμε σήμερα.. Είναι μία ανάγνωση ανάμεσα σε άλλες και δεν εξηγεί κάθε περίπτωση.

Μια μέρα με κατάθλιψη: η εξάντληση που δεν φαίνεται

Μια μέρα με κατάθλιψη μπορεί να μοιάζει απ’ έξω με οποιαδήποτε άλλη. Η διαφορά βρίσκεται στην προσπάθεια που χρειάζεται να καταβάλει αυτός που νιώθει έτσι, ακόμη και για το πιο απλό πράγμα.

Η απουσία επιθυμίας μπορεί να κρύβεται πίσω από μια ζωή που λειτουργεί φαινομενικά κανονικά: δουλειά, ραντεβού, χαμόγελα στη σωστή στιγμή. Αυτό περιγράφεται συχνά ως «κρυφή κατάθλιψη». Δεν είναι ιατρικός όρος, αλλά δείχνει κάτι αληθινό: τα συμπτώματα υπάρχουν και δεν φαίνονται στους γύρω.

Μια γυναίκα που συνέχιζε να εργάζεται με απόλυτη συνέπεια μου είπε: «Όλοι μου λένε πως τα καταφέρνω μια χαρά. Αν ήξεραν πόση δύναμη χρειάζεται και μόνο για να σηκωθώ από το κρεβάτι…». Το είπε χωρίς παράπονο, σχεδόν με απορία, σαν να μην καταλάβαινε η ίδια πώς ήταν δυνατόν ο κόσμος γύρω της να μην το έχει αντιληφθεί.

Αυτό είναι ένα από τα πιο παραπλανητικά χαρακτηριστικά της κατάθλιψης: μπορεί να μοιάζει με λειτουργικότητα. Ο άνθρωπος πάει στη δουλειά, απαντά στα μηνύματα, φτιάχνει καφέ για τους άλλους. Κανείς δεν βλέπει πόση ενέργεια καταναλώνεται απλώς για να μοιάζουν φυσιολογικά όλα αυτά που παλιά γίνονταν χωρίς σκέψη και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

Χέρια κουμπώνουν αργά μανικετόκουμπα πουκαμίσου, συμβολίζοντας την αόρατη προσπάθεια πίσω από μια φαινομενικά λειτουργική καθημερινότητα στην κατάθλιψη
«Αν ήξεραν πόση δύναμη χρειάζεται μόνο για να σηκωθώ από το κρεβάτι…»

Αυτό που νιώθει ο άνθρωπος δεν είναι τεμπελιά ούτε έλλειψη πειθαρχίας. Μοιάζει περισσότερο με το να προσπαθεί κάποιος να βαδίσει κανονικά, ενώ κουβαλά κάτι αόρατο και βαρύ και, ταυτόχρονα, δείχνει σε όλους πως τα χέρια του είναι άδεια.

Μάλλον γι’ αυτό η κατάθλιψη περνάει τόσο συχνά απαρατήρητη: εμφανίζεται με την εικόνα της κανονικότητας. Και όσο πιο πειστική είναι αυτή η εικόνα, τόσο πιο μόνος μένει ο άνθρωπος μέσα της.

Ο εαυτός που φαίνεται από μακριά

Υπάρχει κι ένα τρίτο επίπεδο σε αυτή την απουσία, πιο δύσκολο να το εκφράσει κανείς με σαφήνεια. Δεν αφορά μόνο όσα φαίνονται απ’ έξω, τη χαρά και την όρεξη για τα πράγματα. Αφορά και όσα αλλάζουν προς τα μέσα, στη σχέση κάποιου με τον ίδιο του τον εαυτό.

Θυμάμαι έναν θεραπευόμενο που, έπειτα από αρκετές συνεδρίες, σταμάτησε ξαφνικά στη μέση μιας πρότασης και είπε κάτι διαφορετικό απ’ όσα συνήθιζε: «Δεν μου λείπει η παλιά μου ζωή. Μου λείπει ο άνθρωπος που ήμουν όταν τη ζούσα». Μιλούσε για μια εκδοχή του εαυτού του που είχε γίνει, με κάποιον τρόπο, απρόσιτη.

Για πολλούς, αυτή η απόσταση από τον εαυτό είναι το πιο επώδυνο κομμάτι της κατάθλιψης, κι όμως σπάνια μπαίνει σε λίστα συμπτωμάτων. Ο άνθρωπος δεν χάνει μόνο το ενδιαφέρον για τον κόσμο: βλέπει και τον εαυτό του από μακριά, σαν κάποιον που υπήρξε παλιά και όχι σαν αυτόν που είναι.

Εδώ η εικόνα περιπλέκεται. Πίσω από την απόσταση, υπάρχει συχνά μια σκληρότητα, μια φωνή που δεν λέει απλώς «δεν νιώθω τίποτα», αλλά «κάτι δεν πάει καλά με μένα που δεν νιώθω τίποτα». Ο άνθρωπος θρηνεί την απώλεια και ταυτόχρονα την κρίνει.

Δεν ξέρω αν ισχύει για όλους, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις, όταν ακούω ανθρώπους να περιγράφουν αυτή την εσωτερική απόσταση, διακρίνω πίσω της κάτι που δεν μοιάζει με θλίψη. Είναι ένας θυμός που δεν βρήκε ποτέ σε ποιον να απευθυνθεί και στράφηκε προς τα μέσα, προς το μόνο πρόσωπο που ήταν πάντα διαθέσιμο: τον ίδιο τον άνθρωπο που τον ένιωθε.

Διπλή έκθεση φωτογραφίας με δύο θολές ανθρώπινες φιγούρες μέσα σε ομίχλη, συμβολισμός της εσωτερικής απόστασης από τον εαυτό στην κατάθλιψη
«Δεν μου λείπει η παλιά μου ζωή. Μου λείπει ο άνθρωπος που ήμουν όταν τη ζούσα»

Όταν ο θυμός δεν βρίσκει σε ποιον να απευθυνθεί

Σύμφωνα με την ψυχοδυναμική θεώρηση, η στροφή αυτή προς τα μέσα έχει συνήθως μια ιστορία, που ξεκινά πολύ πριν ο άνθρωπος αποκτήσει λέξεις για να την περιγράψει. Η ιδέα υπάρχει ήδη στο «Πένθος και μελαγχολία» (1917) του Freud, όπου περιγράφεται πώς η επιθετικότητα απέναντι σε ένα πρόσωπο στρέφεται προς τον ίδιο τον εαυτό.

Ο θυμός είναι φυσιολογική αντίδραση όταν κάποιος δεν εισπράττει αυτό που χρειάζεται. Ένα παιδί που δεν εισπράττει κατανόηση και αποδοχή, που περιμένει ανταπόκριση και δεν έρχεται, θυμώνει. Τα προβλήματα αρχίζουν όταν ο θυμός αυτός δεν έχει πού να στραφεί.

Ένας θεραπευόμενος, που για αρκετές συνεδρίες έμενε σιωπηλός και παραιτημένος, είπε μια μέρα: «Νομίζω πως δεν είμαι μόνο θλιμμένος. Είμαι θυμωμένος… αλλά δεν ξέρω με ποιον».

Πίσω από τη σιωπή του υπήρχε και ένας θυμός που για χρόνια δεν είχε βρει ασφαλή τρόπο να εκφραστεί. Έψαχνε παραλήπτη και δεν έβρισκε, γιατί το παιδί που τον ένιωθε εξαρτιόταν απόλυτα από αυτόν που τον προκαλούσε. Δεν μπορεί κανείς να στραφεί εναντίον του γονιού που φοβάται, ή που αγαπά, ή και τα δύο μαζί, χωρίς να νιώσει ότι διακινδυνεύει την ίδια τη σχέση από την οποία εξαρτάται η επιβίωσή του.

Ο θυμός δεν εξαφανίζεται. Βρίσκει τον μόνο ασφαλή αποδέκτη, που είναι ο ίδιος ο εαυτός, και αυτό μοιάζει περισσότερο με αυτοματισμό επιβίωσης παρά με επιλογή. Κάπως έτσι μαθαίνει κανείς να ζει με έναν κόμπο στον λαιμό, κάτι που χρόνια ζητά να ειπωθεί, χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ αρκετή ασφάλεια γι’ αυτό.

Με τον καιρό, η στροφή αυτή γίνεται τόσο γνώριμη που ξεχνιέται η προέλευσή της. Ο ενήλικας δεν λέει πια «θύμωσα που δεν με είδαν». Λέει «κάτι δεν πάει καλά με μένα». Η φράση άλλαξε μορφή. Το υλικό είναι το ίδιο.

Η ανάγνωση αυτή δεν σημαίνει δικαιολόγηση για κανέναν γονιό ούτε αναζήτηση ενόχου. Η σκληρή εσωτερική φωνή μπορεί να διαβαστεί ως κατάλοιπο μιας παλιάς προσαρμογής, που κάποτε προστάτεψε μια σχέση, με το τίμημα να στραφεί εναντίον του ίδιου του ανθρώπου που έπρεπε να προστατεύσει.

Όταν η εγγύτητα μοιάζει με κίνδυνο

Ο θυμός αυτός έχει και δεύτερο προορισμό, πιο δύσκολο να τον αντιληφθεί κανείς: περνάει στις σχέσεις που χτίζει αργότερα ο άνθρωπος, με τη μορφή φόβου.

Μια γυναίκα μου είπε κάτι που εξακολουθώ να θυμάμαι: «Δεν φοβάμαι ότι οι άνθρωποι θα με απορρίψουν. Φοβάμαι ότι, αν με πλησιάσουν αρκετά, θα δουν πως δεν έχει μείνει τίποτα που να έχει ενδιαφέρον μέσα μου». Η ανάγκη για σχέση υπήρχε. Αυτό που περιέγραφε ήταν η πεποίθηση ότι δεν άξιζε πια τον κόπο να τη γνωρίσει κανείς από κοντά.

Κάποιος που έμαθε νωρίς πως ο θυμός είναι επικίνδυνος, πως η ανάγκη μπορεί να απομακρύνει τον άλλον, δυσκολεύεται αργότερα να αφεθεί πραγματικά κοντά σε κάποιον, ακόμη κι όταν το θέλει πολύ περισσότερο απ’ όσο παραδέχεται.

Η εγγύτητα, όμως, κουβαλά μια παλιά πληροφορία: πως το να τον δουν πραγματικά σημαίνει να δουν και το κενό που νιώθει πως έχει δημιουργηθεί στη θέση του εαυτού του.

Σκιές ενός άνδρα και μιας γυναίκας σε γκρίζο τοίχο, αντικριστά και χωρισμένες από μια λωρίδα φωτός
Κοντά, αλλά χωρίς να αγγίζονται.

Προκύπτει, τότε, μια αντίφαση που δεν έχει εύκολη λύση: η επιθυμία για σύνδεση και, ταυτόχρονα,  ο φόβος για αυτήν στον ίδιο άνθρωπο, την ίδια στιγμή. Αυτό που μοιάζει ασυνέπεια είναι, μάλλον, η λογική συνέχεια όσων περιγράψαμε παραπάνω.

Σε πολλούς από όσους έχω γνωρίσει με βαριά κατάθλιψη συναντώ αυτή την αντίφαση: μοναξιά μέσα σε σχέσεις που θα μπορούσαν να τους στηρίξουν, αν μπορούσαν να πλησιάσουν όσο χρειάζεται.

Η ερημιά της κατάθλιψης δεν σημαίνει πάντα απουσία ανθρώπων: συχνότερα είναι απόσταση μέσα σε σχέσεις που υπάρχουν ήδη.

Το σώμα που μιλάει όταν δεν βρίσκει λέξεις

Υπάρχει και μια πιο σωματική εκδοχή όλων αυτών, κάτι που συχνά προηγείται της συνειδητής κατανόησης, αντί να την ακολουθεί.

Κάποιος θεραπευόμενος σταμάτησε μια φορά, έψαξε τις λέξεις αργά, και είπε: «Δεν πονάω κάπου συγκεκριμένα. Απλώς νιώθω σαν να έχει φύγει η ζωή από το σώμα μου». Η εικόνα ήταν πολύ απλή. Περιέγραφε την απώλεια εκείνης της εσωτερικής ζωντάνιας που τη θεωρούμε δεδομένη μέχρι τη μέρα που χάνεται, και τότε καταλαβαίνουμε πόσο ουσιαστική ήταν.

Το σώμα, σε πολλές περιπτώσεις, «γνωρίζει» πριν προλάβει ο νους να αφηγηθεί. Η κόπωση που δεν φεύγει όσο κι αν κοιμηθεί κανείς. Οι σφιγμένοι, χωρίς προφανή λόγο, ώμοι. Ο ύπνος που δεν έρχεται, ή που έρχεται σε λάθος ώρες, σαν κάτι μέσα στον άνθρωπο να μην εμπιστεύεται πια ούτε την ανάπαυση.

Ασπρόμαυρη φωτογραφία ώμου και πλάτης, μερικώς καλυμμένων από ένα τσαλακωμένο ύφασμα
Το σώμα κρατά ό,τι δεν βρήκε λέξεις.

Κατά τον ψυχοδυναμικό τρόπο σκέψης, πρώιμες εμπειρίες όπου κάποιος έπρεπε να «συγκρατηθεί», να μη δείξει τι νιώθει, να προσαρμοστεί σιωπηλά, δεν αποθηκεύονται μόνο ως αναμνήσεις αλλά και ως σωματικές καταστάσεις. Είναι σαν το σώμα να ανέλαβε να κρατήσει ό,τι ο λόγος δεν μπόρεσε να εκφράσει.

Όταν στην ενήλικη ζωή η παλιά αυτή ένταση ενεργοποιείται ξανά, εμφανίζεται ως κούραση, ως βάρος στο στήθος, ως ακινησία που οι γύρω, ή και ο ίδιος ο άνθρωπος, μπορεί να ονομάσουν τεμπελιά. Στην ανάγνωση αυτή, η σωματική εξάντληση μοιάζει λιγότερο με έλλειψη ενέργειας και περισσότερο με το αποτέλεσμα μιας μακράς, σιωπηλής προσπάθειας να συγκρατηθεί κάτι που ζητούσε να εκφραστεί προς τα έξω.

Το σώμα έχει κουραστεί να κουβαλά μόνο του αυτό που έπρεπε να μοιραστεί εδώ και καιρό.

Τι ανοίγει, χωρίς να λύνεται τίποτα

Δεν υπάρχει σαφές σημείο όπου όλα αυτά «θεραπεύονται» με καθαρό τρόπο, σαν να κλείνει μια πληγή. Το πιο τίμιο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι κάτι αρχίζει να αλλάζει όταν ο πόνος αναγνωρίζεται ως κάτι με νόημα, ως απόπειρα επιβίωσης που κάποτε δούλεψε, και όχι ως ελάττωμα ή αδυναμία χαρακτήρα.

Όταν ο θυμός βρει, έστω αργά, κάποιον να τον ακούσει χωρίς να τον κρίνει, συχνά δεν χρειάζεται πια να στρέφεται τόσο σκληρά προς τον ίδιο τον εαυτό. Η εξάντληση, όταν παύει να θεωρείται τεμπελιά και ακούγεται ως μήνυμα, αφήνει λίγο χώρο στο σώμα να χαλαρώσει. Και όταν κάποιος επιτρέπει σε έναν άλλον να τον δει όπως είναι, όχι στη βελτιωμένη, λειτουργική εκδοχή του, κάτι στην εσωτερική ερημιά αρχίζει, δειλά, να λιγοστεύει.

Σε αρκετούς ανθρώπους που έχω δει να περνούν μέσα από αυτό, η αλλαγή ήρθε με μια μικρή, σχεδόν ασήμαντη στιγμή: ένα κλάμα μπροστά σε κάποιον χωρίς ντροπή, μια πρόταση που ειπώθηκε φωναχτά αντί να μείνει θαμμένη, ένα πρωινό όπου η κίνηση προς τον καφέ δεν χρειάστηκε τόση προσπάθεια για να γίνει όση πριν.

Φλιτζάνι με καφέ και ατμό πάνω σε ξύλινο τραπέζι, δίπλα σε μια ξύλινη καρέκλα σε άδειο δωμάτιο
Ένα πρωινό όπου η κίνηση χρειάζεται λιγότερη προσπάθεια.

Ο άνδρας της εισαγωγής, που δεν μπορούσε πλέον να θέλει το παραμικρό, δεν ξαναβρήκε, απ’ όσο θυμάμαι, την επιθυμία με τον τρόπο που θα περίμενε κάποιος, σαν φως που ξανανάβει. Θυμάμαι μόνο πως, κάποια στιγμή, το απόλυτο «δεν μπορώ να θέλω το παραμικρό» μετακινήθηκε στο πιο αβέβαιο «δεν ξέρω τι θέλω».

Μια μικρή διαφορά. Εκεί, όμως, μπορεί να βρίσκεται η αρχή: στη στιγμή που το κενό παύει να είναι βεβαιότητα και γίνεται, έστω για λίγο, ερώτημα.

Τι βοηθά: ψυχοθεραπεία και φάρμακα

Η κατάθλιψη αντιμετωπίζεται, αλλά δεν υπάρχει ένας δρόμος για όλους. Στην ήπια ή μέτρια μορφή, η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι αρκετή. Όταν τα συμπτώματα είναι βαριά ή κρατούν καιρό, ο ψυχίατρος μπορεί να προτείνει και αντικαταθλιπτική αγωγή, συχνά μαζί με ψυχοθεραπεία. Η φαρμακευτική αγωγή είναι μία από τις επιλογές και συζητιέται με τον γιατρό, χωρίς να σημαίνει αποτυχία. Για το πώς συνδυάζονται, υπάρχει το άρθρο για την ψυχοθεραπεία και τα ψυχοφάρμακα.

Στην ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία, η προσοχή δεν μένει μόνο στα συμπτώματα. Πηγαίνει και σε ό,τι τα συντηρεί: στον θυμό που στράφηκε προς τα μέσα, στη σκληρή εσωτερική φωνή, στον φόβο της εγγύτητας, όπως τα περιγράψαμε παραπάνω. Η δουλειά αυτή γίνεται αργά, μέσα σε μια σχέση όπου ο άνθρωπος μπορεί να μοιραστεί όσα δεν είχαν ποτέ ασφαλή αποδέκτη.

Για τα μικρά καθημερινά βήματα που μπορεί να κάνει κανείς και μόνος του, υπάρχει ξεχωριστό άρθρο για την αυτοβοήθεια στην κατάθλιψη. Πλαισιώνει τη θεραπεία χωρίς να την αντικαθιστά.

Πότε ζητάμε βοήθεια

Αξίζει να ζητήσει κανείς βοήθεια όταν η θλίψη ή η απώλεια ενδιαφέροντος κρατούν πάνω από δύο εβδομάδες, όταν η δουλειά, οι σχέσεις ή τα βασικά της μέρας γίνονται δυσκολότερα απ’ ό,τι ήταν, ή όταν ο ίδιος ο άνθρωπος νιώθει ότι δεν μπορεί να το αντέξει μόνος του. Δεν χρειάζεται να έχει φτάσει στο χειρότερο σημείο για να δικαιούται μια συνεδρία.

Αν εμφανιστούν σκέψεις ότι θα ήταν καλύτερα να μη ζεις ή σκέψεις να βλάψεις τον εαυτό σου, δεν περιμένουμε. Σε άμεσο κίνδυνο καλούμε το 112. Οι γραμμές βοήθειας 1018 και 10306 είναι διαθέσιμες για όποιον χρειάζεται να μιλήσει με ειδικό.

Συχνές ερωτήσεις

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε θλίψη και κατάθλιψη;
Η θλίψη έχει συνήθως αντικείμενο: κάποιος λυπάται για κάτι συγκεκριμένο, για μια απώλεια που μπορεί να ονομάσει. Η κατάθλιψη είναι πιο διάχυτη, κρατά τουλάχιστον δύο εβδομάδες και επηρεάζει τη λειτουργικότητα. Συχνά, ο άνθρωπος δεν λυπάται για κάτι συγκεκριμένο: χάνει την επιθυμία και το ενδιαφέρον για την ίδια τη ζωή.

Γιατί η κατάθλιψη βιώνεται σαν κόπωση και όχι μόνο σαν θλίψη;
Η κόπωση είναι ένα από τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Από ψυχοδυναμική σκοπιά, μπορεί να συνδέεται και με μια μακρά, σιωπηλή προσπάθεια συγκράτησης συναισθημάτων, αναγκών ή θυμού που δεν βρήκαν ποτέ ασφαλή τρόπο έκφρασης και που το σώμα κουβαλά ακόμη κι όταν ο νους δεν έχει λόγια γι’ αυτά.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι με κατάθλιψη φαίνονται εντελώς λειτουργικοί απ’ έξω;
Η κατάθλιψη μπορεί να κρύβεται πίσω από μια κανονική εικόνα. Ο άνθρωπος πάει στη δουλειά, ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, χαμογελά όταν χρειάζεται, ενώ ταυτόχρονα ξοδεύει τεράστια εσωτερική ενέργεια για να διατηρήσει αυτή την εικόνα προς τα έξω.

Πώς σχετίζεται ο θυμός με την κατάθλιψη;
Η ψυχοδυναμική προσέγγιση θεωρεί ότι, σε πολλές περιπτώσεις, ο θυμός στρέφεται προς τα μέσα όταν στο παρελθόν δεν βρήκε ασφαλή αποδέκτη, συχνά επειδή θα διακινδύνευε μια σχέση από την οποία ο άνθρωπος εξαρτιόταν. Μπορεί να εκδηλωθεί ως αυστηρή αυτοκριτική, ενοχή χωρίς σαφή αιτία ή πεποίθηση ότι «κάτι δεν πάει καλά» με τον ίδιο τον άνθρωπο.

Γιατί η κατάθλιψη μπορεί να συνυπάρχει με φόβο εγγύτητας σε σχέσεις;
Κάποιος που έχει μάθει πως η ανάγκη ή ο θυμός μπορεί να απομακρύνει τον άλλον δυσκολεύεται αργότερα να αφεθεί πραγματικά κοντά σε κάποιον, ακόμη κι όταν το επιθυμεί βαθιά. Η εγγύτητα βιώνεται ως επικίνδυνη, γιατί σημαίνει να σε δουν πραγματικά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Πόσο διαρκεί ένα καταθλιπτικό επεισόδιο;
Η διάρκεια διαφέρει πολύ. Ένα επεισόδιο μπορεί να κρατήσει από εβδομάδες μέχρι αρκετούς μήνες, και η έγκαιρη βοήθεια μπορεί να το συντομεύσει. Επειδή η κατάθλιψη μπορεί να επανέλθει, αξίζει να συνεχίζεται η στήριξη, ακόμα και μετά τη βελτίωση.

Χρειάζομαι ψυχολόγο ή ψυχίατρο;
Ο ψυχολόγος με ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση δουλεύει με την ψυχοθεραπεία. Ο ψυχίατρος, ως γιατρός, μπορεί να προτείνει και φάρμακα. Σε πολλές περιπτώσεις, συνεργάζονται. Αν δεν είσαι σίγουρος, ξεκίνα από όποιον μπορείς να δεις πιο εύκολα, και ο ειδικός θα σε κατευθύνει αν χρειάζεται.

Πότε η κατάθλιψη θεωρείται επείγουσα;
Όταν υπάρχουν σκέψεις αυτοκτονίας ή αυτοτραυματισμού. Σε άμεσο κίνδυνο καλούμε το 112, και οι γραμμές 1018 και 10306 είναι διαθέσιμες για στήριξη.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

3 Comments

  1. Γεια σας,ονομαζομαι Ισμηνη και ειμαι μια 30χρονη χωρισμενη μητερα ενος 4χρονου κοριτσιου.Εδω και 2,5 χρονια απατησα τον συζυγο μου με εναν αντρα κατα 28 χρονια μεγαλυτερο μου.Αυτη ηταν η αιτια του χωρισμου.Χωρις να θελω να μπω σε λεπτομερειες η σχεση μου αυτη μου στοιχησε οσο τιποτε αλλο και αδυνατο να ξεπερασω τον πρωην συζυγο μου (ο οποιος οδευει για γαμο και βρισκεται στο εξωτερικο).Η σχεση μου(με τον πρωην συζυγο ηταν μια σχεση οχι ερωτα θα ελεγα περισσοτερο αγαπης.Τον γνωρισα απο τα 16 μου και ημασταν φιλοι.Καπου στα 23 ειδαμε διαφορετικα ο ενας τον αλλο και απο τοτε για 5 χρονια συζουσαμε.ηρθε και το παιδι..παντρευτηκαμε..αλλα αυτο το προσωπο που μπηκε στην ζωη μου οταν γεννησα ενα γοητευτικο ατομο εφερε τα πανω κατω.Οπως θα ελεγε και η γιαγια μου ξεμυαλιστηκα..το θεμα οτι ενω υπηρχε μια σχεση παθους στην αρχη μετα προσγειωθηκα αποτομα οταν αρχισε και απομακρυνοταν με τον τροπο του βεβαια.Ο συζυγος μου ηξερε γι αυτη τηη σχεση ωστοσο δεν ηξερε ποσο προχωρημενη ηταν.προσπαθησα να τον επαναπροσεγγισω και πραγματικα ειχα μετανοιωσει και ζητουσα μια δευτερη ευκαιρια αλλα ηταν ανενδοτος.Η νεα του σχεση τον ειχε απομακρυνει ακομα πιο πολυ.Εχοντας βιωσει την απορριψη ως παιδι με ποικιλους τροπους η σχεση εξαρτησης δεν αργησε να εκδηλωθει παρολο που αντικειμενικα η σταση του ηταν προκλητικη και δεν μου αφηνε περιθωρια να μην αντιδρασω και να ερθω σε συγκρουση μαζι του.τωρα προσπαθω να απεμπλακω απο αυτη τη δυσλειτουργικη σχεση και η μοναξια ειναι αβασταχτη.πιεζομαι νοιωθω ενοχες που δεν ειδα καθαρα εξαρχης,θελω να γυρισω τον χρονο πισω,ανασφαλεια και αβεβαιοτητα στους περισσοτερους τομεις της ζωης μου.απο την αλλη αν χωρισω μετα θα μεινω εντελως μονη αφου ο κυκλος που ειχα πριν χωρισω δεν υπαρχει.εκτεθηκα σε πολυ μεγαλο βαθμο.και δεν την μπορω τη μοναξια.ουτε δουλεια βρισκω.οταν ακουνε 30 και με παιδι αστο καλυτερα.με τη μητερα μου δεν εχω καμια επικοινωνια,τον πατερα μου δεν τον γνωρισα ποτε.αδερφια επισης δεν εχω που να ανοιξω την καρδια μου?ειμαι μπλοκαρισμενη.θελω να ξαναφτιαξω τη ζωη μου να προχωρησω μπροστα να κανω και αλλα παιδακια να φυγει αυτο το στιγμα απο πανω μου.αλλα εχω κλειστει στον εαυτο μου απελπιστικα…ουφ αυτα ευχαριστω

  2. Η κατάσταση σας, έτσι όπως την περιγράφετε, είναι πραγματικά περίπλοκη και σύνθετη και απαιτεί ενδελεχή εκτίμηση αλλά και την ανάλογη θεραπευτική αντιμετώπιση. Οι όποιες συμβουλές θα ήταν σταγόνα στον ωκεανό καθώς η προβληματική σας απαιτεί μια συστηματική και μακρόχρονη αντιμετώπιση.

    Επειδή, όπως αναφέρετε, δεν έχετε την οικονομική δυνατότητα να δείτε κάποιον ειδικό ιδιωτικά, θα πρέπει να απευθυνθείτε σε κάποιο κέντρο Ψυχικής Υγιεινής ή Ψυχιατρικό Τμήμα ενηλίκων του δημοσίου της περιοχής σας ώστε να ξεκινήσετε κάποιου είδους θεραπευτική αντιμετώπιση που χρειάζεστε για να νιώσετε καλύτερα και, μαζί με εσάς, και το παιδάκι σας.

    Σας εύχομαι καλή δύναμη

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *