Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

«Αφηρημένη απεικόνιση ανθρώπινης φιγούρας με λεπτές γραμμές σαν ρίζες που ρέουν από το στήθος, σύμβολο της σύνδεσης σώματος και ψυχής»
Το σώμα δεν είναι χωριστό από την ψυχική μας ζωή.

Υπάρχουν άνθρωποι που, κάποια στιγμή, αρχίζουν να αμφισβητούν περισσότερο τον εαυτό τους παρά τον ίδιο τους τον πόνο.

Έχουν περάσει από εξετάσεις, ιατρεία και γνωματεύσεις. Οι αιματολογικές εξετάσεις είναι φυσιολογικές, οι απεικονιστικοί έλεγχοι δεν δείχνουν κάτι ανησυχητικό, η καρδιά λειτουργεί σωστά. Κι όμως, ο κόμπος στον λαιμό επιμένει, το στομάχι σφίγγεται χωρίς προφανή λόγο, η δύσπνοια εμφανίζεται απρόσμενα, οι πονοκέφαλοι επιστρέφουν και η εξάντληση μοιάζει να έχει γίνει μέρος της καθημερινότητας.

Τότε ακούγεται συχνά μια φράση που, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, μπορεί να βιωθεί σαν ακύρωση: «Ίσως είναι ψυχολογικό».

Για πολλούς ανθρώπους αυτό ακούγεται σαν να σημαίνει ότι ο πόνος τους δεν είναι πραγματικός. Ότι υπερβάλλουν. Ότι «όλα είναι στο μυαλό τους». Έτσι, αντί να αισθανθούν ανακούφιση, μένουν μόνοι με δύο αμφιβολίες: για το σώμα τους και για την ίδια τους την εμπειρία.

Κι όμως, η σχέση ψυχής και σώματος δεν είναι σχέση αντιπαλότητας. Είναι σχέση συνεχούς αλληλεπίδρασης. Μια παρατεταμένη περίοδος άγχους, μια σημαντική απώλεια ή μια τραυματική εμπειρία επηρεάζουν τον οργανισμό μέσα από πολύπλοκους νευροβιολογικούς και ορμονικούς μηχανισμούς.

Δεν υπάρχουν δύο χωριστοί κόσμοι, αλλά ένας ψυχικός και ένας σωματικός. Υπάρχει ένας άνθρωπος, του οποίου η ζωή εκφράζεται ταυτόχρονα με σκέψεις, συναισθήματα και σωματικές αντιδράσεις.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε σύμπτωμα είναι ψυχοσωματικό. Τα νέα ή επίμονα σωματικά προβλήματα χρειάζονται πάντοτε ιατρική αξιολόγηση. Όταν όμως οι οργανικές αιτίες έχουν αποκλειστεί ή όταν γίνεται φανερό ότι τα συμπτώματα ακολουθούν περιόδους έντονου στρες και συναισθηματικής επιβάρυνσης, ανοίγεται ένας διαφορετικός δρόμος κατανόησης.

Ίσως το σώμα να μην είναι ο αντίπαλος που νομίζουμε ότι πρέπει να νικήσουμε, αλλά ο τελευταίος μάρτυρας μιας ιστορίας που δεν βρήκε ποτέ τις λέξεις της.

Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα είναι σωματικές ενοχλήσεις που συνδέονται με ψυχολογικούς παράγοντες, όπως το άγχος, το χρόνιο στρες ή το τραύμα. Δεν είναι φανταστικά ούτε προσποιητά, είναι πραγματικές σωματικές εμπειρίες που αντανακλούν την αλληλεπίδραση σώματος και ψυχισμού.

«Δεν είναι στο μυαλό σου»

Από τις δύο αμφιβολίες που μένουν σε κάποιον όταν ακούει «ίσως είναι ψυχολογικό», η δεύτερη, δηλαδή η αμφιβολία για την ίδια του την εμπειρία, είναι συνήθως η πιο βαριά.

Όταν όλες οι εξετάσεις είναι φυσιολογικές, ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια παράξενη θέση. Ανακουφίζεται επειδή δεν υπάρχει σοβαρή οργανική νόσος, αλλά ταυτόχρονα συνεχίζει να υποφέρει. Και όσο περισσότερο ακούει ότι «δεν βρέθηκε τίποτα», τόσο ευκολότερα αρχίζει να αναρωτιέται μήπως όλα βρίσκονται στη φαντασία του.

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση γύρω από τα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Η απουσία μιας οργανικής εξήγησης δεν σημαίνει απουσία πραγματικού πόνου. Η δύσπνοια μιας κρίσης πανικού είναι πραγματική. Ο πονοκέφαλος που σχετίζεται με χρόνιο στρες είναι πραγματικός. Το στομάχι που σφίγγεται πριν από μια δύσκολη συνάντηση δεν προσποιείται την ένταση, τη βιώνει.

Ο εγκέφαλος, το νευρικό, το ενδοκρινικό και το ανοσοποιητικό σύστημα δεν λειτουργούν χωριστά, μιλούν συνέχεια μεταξύ τους. Οι ψυχικές εμπειρίες δεν μένουν «μέσα στο μυαλό». Επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό, τη μυϊκή τάση, τη λειτουργία του εντέρου, τις ορμόνες του στρες και συνολικά τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ζωής.

Η ψυχολογική διάσταση δεν είναι απλώς μια εύκολη απάντηση όταν «δεν βρίσκουμε τίποτα», είναι μέρος της συνολικής εικόνας του ανθρώπου.

«Εικονογράφηση δύο οργανικών σχημάτων που συγχωνεύονται, συμβολίζοντας τη σχέση νευρικού συστήματος και σώματος χωρίς διαχωριστική γραμμή»
Ψυχή και σώμα δεν λειτουργούν χωριστά, λειτουργούν μαζί.

Πώς φτάνει κανείς ως εκεί

Το πώς επικοινωνούν εγκέφαλος, νευρικό, ενδοκρινικό και ανοσοποιητικό σύστημα εξηγεί τον μηχανισμό. Δεν εξηγεί γιατί, σε κάποιους ανθρώπους, αυτός ο διάλογος φτάνει να γίνεται τόσο φορτισμένος.

Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα σπάνια εμφανίζονται ξαφνικά. Συνήθως, προηγείται μια μεγάλη περίοδος κατά την οποία ο άνθρωπος συνεχίζει να λειτουργεί σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Εργάζεται, φροντίζει τους άλλους, ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του. Κάτω όμως από αυτή τη φαινομενική κανονικότητα συσσωρεύονται φόβος, θλίψη, θυμός ή απογοήτευση που δεν βρίσκουν χώρο να εκφραστούν.

Στην ψυχοθεραπεία, συναντά κανείς συχνά ανθρώπους που δυσκολεύονται να περιγράψουν τι αισθάνονται. Όχι επειδή δεν έχουν συναισθήματα, αλλά επειδή ποτέ δεν έμαθαν να τα αναγνωρίζουν. Μιλούν με λεπτομέρειες για τις υποχρεώσεις τους ή για όσα συμβαίνουν στους άλλους, όμως όταν η συζήτηση στρέφεται στον εσωτερικό τους κόσμο επικρατεί μια μεγάλη σιωπή.

Κι όμως, μπορούν να περιγράψουν με εξαιρετική ακρίβεια το σφίξιμο στο στήθος, τον κόμπο στο στομάχι, τον πόνο στον αυχένα ή τη μόνιμη εξάντληση.

Δεν είναι ότι το σώμα «μεταφράζει» τα συναισθήματα, συνεχίζει απλώς να αντιδρά σε αυτά, ακόμη κι όταν ο άνθρωπος έχει μάθει να τα προσπερνά.

Οι ρίζες αυτής της δυσκολίας βρίσκονται συχνά πολύ νωρίς στη ζωή.

Θυμάμαι μια γυναίκα που είπε κάποτε στη θεραπεία: «Δεν θυμάμαι να μου έλεγαν ότι δεν έπρεπε να κλαίω. Θυμάμαι μόνο ότι κάθε φορά που έκλαιγα, η μητέρα μου στεναχωριόταν τόσο πολύ, ώστε στο τέλος προσπαθούσα να την παρηγορήσω εγώ.»

Χωρίς να το καταλάβει, είχε μάθει ότι τα δικά της συναισθήματα χωρούσαν μόνο όταν δεν επιβάρυναν κανέναν άλλο. Χρόνια αργότερα, δυσκολευόταν ακόμη να αναγνωρίσει τι αισθανόταν, όμως το σώμα της συνέχιζε να αντιδρά κάθε φορά που η πίεση ξεπερνούσε τα όριά της.

Μεγαλώνοντας, αυτή η προσαρμογή γίνεται δεύτερη φύση. Ο άνθρωπος δεν καταπιέζει συνειδητά τα συναισθήματά του. Πολλές φορές δεν τα αναγνωρίζει καν.

Το σώμα, όμως, έχει πάντα τα δικά του όρια.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί άνθρωποι εμφανίζουν το πρώτο έντονο ψυχοσωματικό επεισόδιο όχι στην κορύφωση της πίεσης, αλλά όταν αυτή τελειώσει. Μετά την ολοκλήρωση μιας απαιτητικής περιόδου, μετά έναν χωρισμό ή μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, όταν οι πρακτικές υποχρεώσεις έχουν πλέον τελειώσει.

Σαν να περίμενε ο οργανισμός να υπάρξει λίγη ασφάλεια για να σταματήσει επιτέλους να συγκρατιέται.

Και ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο παρεξηγημένες αλήθειες γύρω από τα ψυχοσωματικά συμπτώματα: πολλές φορές δεν εμφανίζονται επειδή κάποιος είναι υπερβολικά ευαίσθητος, αλλά επειδή υπήρξε υπερβολικά δυνατός για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Πώς μαθαίνει να προστατεύεται ένας οργανισμός

Το ότι το σώμα φαίνεται να «θυμάται» δεν είναι απλώς μεταφορά, είναι, μάλλον, το πώς μαθαίνει να προστατεύεται ένας οργανισμός.

Υπάρχουν φορές που δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε γιατί μια κατάσταση μάς αναστατώνει, όμως το σώμα αντιδρά πριν ακόμη προλάβουμε να το σκεφτούμε. Η αναπνοή γίνεται πιο ρηχή, οι ώμοι σφίγγουν, η καρδιά επιταχύνει, μια αδιόρατη ανησυχία εμφανίζεται χωρίς εμφανή λόγο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το σώμα διαθέτει μια «μυστική μνήμη» ανεξάρτητη από τον εγκέφαλο. Σημαίνει ότι ολόκληρος ο οργανισμός μαθαίνει μέσα από την εμπειρία. Όταν το νευρικό σύστημα έχει εκτεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε φόβο, αστάθεια ή συναισθηματική ανασφάλεια, προσαρμόζεται ώστε να ανιχνεύει τον κίνδυνο πιο γρήγορα. Είναι ένας μηχανισμός που αρχικά προστατεύει, αλλά μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει περάσει.

Ίσως γι’ αυτό κάποιοι άνθρωποι δυσκολεύονται να χαλαρώσουν ακόμη και όταν η ζωή τους έχει γίνει πιο ήρεμη. Δεν το επιλέγουν. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει μάθει να προστατεύεται ο οργανισμός τους.

«Ανθρώπινη φιγούρα σε προφίλ με σφιγμένες γραμμές γύρω από το στήθος που σταδιακά χαλαρώνουν, εικόνα της αποφόρτισης του νευρικού συστήματος»
Το νευρικό σύστημα μαθαίνει να προστατεύεται, και μαθαίνει, σιγά σιγά, και να χαλαρώνει.

Η αλλαγή, λοιπόν, δεν έρχεται μόνο μέσα από τη λογική κατανόηση. Το νευρικό σύστημα χρειάζεται επαναλαμβανόμενες εμπειρίες ασφάλειας για να αρχίσει σταδιακά να εγκαταλείπει τις παλιές του άμυνες.

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες της ψυχοθεραπείας. Δεν προσφέρει απλώς νέες ερμηνείες για το παρελθόν, αλλά μια σχέση μέσα στην οποία ο άνθρωπος μπορεί να εκφραστεί χωρίς φόβο, να αναγνωρίσει όσα αισθάνεται και να αποκτήσει μια διαφορετική εμπειρία ασφάλειας.

Με τον χρόνο, αυτή η αλλαγή δεν επηρεάζει μόνο τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Μπορεί να αλλάξει και τον τρόπο που αντιδρά το σώμα μας.

Το σώμα δεν μιλά με έναν μόνο τρόπο

Αν το νευρικό σύστημα μαθαίνει μέσα από τη δική του ιστορία, είναι λογικό να μην αντιδρά με τον ίδιο τρόπο σε κάθε άνθρωπο, και να μην υπάρχει ένας κοινός κώδικας που να μας λέει τι σημαίνει κάθε σύμπτωμα.

Δεν υπάρχει ένα «λεξικό» που να μας λέει τι σημαίνει κάθε σύμπτωμα. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο πόνος στο στομάχι σημαίνει άγχος, ο πόνος στον αυχένα καταπιεσμένο θυμό ή οι ημικρανίες τελειομανία. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι πολύ πιο σύνθετη από τέτοιες απλουστεύσεις.

Κι όμως, όταν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά τη ζωή ενός ανθρώπου, συχνά διαπιστώνει ότι τα συμπτώματα δεν εμφανίζονται τυχαία. Φαίνεται να ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό. Επανέρχονται σε συγκεκριμένες περιόδους, εντείνονται μέσα σε ορισμένες σχέσεις ή υποχωρούν όταν αλλάζουν οι συνθήκες της ζωής. Δεν αποτελούν έναν μυστικό κώδικα προς αποκρυπτογράφηση, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός αντιδρά σε όσα βιώνει.

Μια γυναίκα περιγράφει ότι, κάθε φορά που χτυπά το κουδούνι του πατρικού της, νιώθει έναν ανεπαίσθητο κόμπο στο στομάχι πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα. «Δεν συμβαίνει τίποτα ιδιαίτερο», λέει. «Κι όμως, είναι σαν το σώμα μου να φτάνει πρώτο και να θυμάται κάτι που εγώ χρειάζομαι λίγη ώρα ακόμη για να αναγνωρίσω.»

Το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο, και δύο εντελώς διαφορετικά συμπτώματα μπορεί, τελικά, να εκφράζουν την ίδια εσωτερική δυσκολία.

Γι’ αυτό η ουσιαστική ερώτηση δεν είναι «τι σημαίνει αυτό το σύμπτωμα;», αλλά:

«Τι συμβαίνει στη ζωή αυτού του ανθρώπου τη στιγμή που το σώμα του αρχίζει να διαμαρτύρεται;»

Κάτι άλλο αλλάζει κι αυτή η ερώτηση: μετατοπίζει τη θέση απ’ όπου βλέπουμε το σώμα, δηλαδή από απέναντί μας, σε δίπλα μας.

Όταν ένα σύμπτωμα επιμένει, η πρώτη μας αντίδραση είναι να το εξαφανίσουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Είναι απολύτως φυσικό. Κανείς δεν θέλει να ζει με πόνο, αϋπνία, δύσπνοια ή ταχυκαρδίες.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν ολόκληρη η προσοχή στρέφεται αποκλειστικά στην καταπολέμηση του συμπτώματος, σαν να πρόκειται για έναν εχθρό που πρέπει να νικηθεί. Τότε ξεκινά ένας σιωπηλός πόλεμος απέναντι στο ίδιο μας το σώμα.

Πολλοί άνθρωποι λένε κάποια στιγμή: «Το σώμα μου με πρόδωσε». Κι όμως, αν κοιτάξουν πίσω, συχνά ανακαλύπτουν μια διαφορετική ιστορία.

Για μήνες ή και χρόνια αγνοούσαν την εξάντλησή τους. Αναλάμβαναν περισσότερα από όσα άντεχαν, έλεγαν συνεχώς «ναι» ενώ ήθελαν να πουν «όχι», φρόντιζαν τους πάντες εκτός από τον εαυτό τους ή παρέμεναν σε σχέσεις και συνθήκες που τους αποστράγγιζαν ψυχικά.

Το σώμα άντεχε. Προσαρμοζόταν. Συνέχιζε. Μέχρι που κάποια στιγμή δεν μπορούσε άλλο.

Δεν έχει να κάνει με κάτι μυστηριώδες. Έχει να κάνει με τα όρια κάθε οργανισμού. Όπως ένας μυς που καταπονείται αδιάκοπα κάποτε εξαντλείται, έτσι και το νευρικό σύστημα δεν μπορεί να παραμένει επ’ άπειρον σε κατάσταση συναγερμού.

Ίσως λοιπόν το σύμπτωμα να μην είναι μόνο ένδειξη δυσλειτουργίας. Ίσως να είναι και η στιγμή που ο οργανισμός μάς δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς κόστος.

Αυτό δεν μειώνει την ανάγκη αντιμετώπισης του πόνου. Προσθέτει όμως μία ακόμη ερώτηση δίπλα στην προφανή:

«Τι είχε αρχίσει να συμβαίνει στη ζωή μου πολύ πριν εμφανιστεί αυτό το σύμπτωμα;»

Συχνά εκεί ξεκινά μια διαφορετική σχέση με το σώμα και, τελικά, με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Όταν αρχίζουμε να ακούμε διαφορετικά

Ως εδώ, έχουν μπει ήδη δύο ερωτήσεις δίπλα στη συνηθισμένη «τι σημαίνει αυτό» ή «πώς θα το ξεπεράσω»: τι συμβαίνει στη ζωή μας τη στιγμή που εμφανίζεται το σύμπτωμα, και τι είχε αρχίσει να συμβαίνει πολύ πριν από αυτό. Μένει μία ακόμη.

Η επιθυμία να απαλλαγούμε από ένα σύμπτωμα είναι απολύτως ανθρώπινη. Ίσως όμως η ουσιαστική αλλαγή να αρχίζει τη στιγμή που, αντί να βλέπουμε το σώμα ως αντίπαλο, αρχίζουμε να το προσεγγίζουμε με περιέργεια και κατανόηση.

Όχι για να αποδώσουμε κάθε πόνο στην ψυχολογία ούτε για να αναζητήσουμε συμβολισμούς παντού, αλλά για να καταλάβουμε ποια θέση έχει το σύμπτωμα μέσα στη συνολική ιστορία της ζωής μας.

Καμία τέτοια κατανόηση δεν εξαφανίζει ως διά μαγείας τα συμπτώματα. Μπορεί όμως να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντί τους. Το σώμα παύει να μοιάζει με έναν ακατανόητο εχθρό και γίνεται μέρος της προσωπικής μας ιστορίας.

Φυσικά, το σώμα μπορεί να νοσήσει, να τραυματιστεί και να κουραστεί. Ούτε κάθε πόνος είναι ψυχοσωματικός ούτε κάθε σύμπτωμα οφείλεται στο άγχος ή στο τραύμα. Η ιατρική αξιολόγηση παραμένει πάντοτε απαραίτητη όταν εμφανίζονται νέα ή επίμονα προβλήματα.

Όταν όμως οι οργανικές αιτίες έχουν αποκλειστεί και η συναισθηματική επιβάρυνση αποτελεί μέρος της εικόνας, ίσως αξίζει να προσθέσουμε μια τελευταία ερώτηση:

«Τι μπορεί να μου αποκαλύπτει αυτή η εμπειρία για τον τρόπο που ζω;»

Υπάρχει μόνο η ιστορία κάθε ανθρώπου, με τις απώλειες, τις σιωπές, τις προσαρμογές και τις αντοχές της. Όχι μία απάντηση που να ταιριάζει σε όλους.

«Μπουμπούκι λουλουδιού δίπλα σε μισοανοιγμένο άνθος σε απαλούς ροζ και κεχριμπαρένιους τόνους, σύμβολο μιας διαδικασίας σε εξέλιξη»
Καμία αλλαγή στη σχέση μας με το σώμα δεν γίνεται μονομιάς.

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πρόσκληση που κρύβουν τα ψυχοσωματικά συμπτώματα, όχι να ακούμε το σώμα σαν να ψιθυρίζει μυστικά, αλλά να πάψουμε να το αντιμετωπίζουμε σαν ξένο. Δεν βρίσκεται απέναντί μας.

Είναι, μάλλον, ο μόνος τρόπος που έχουμε να υπάρχουμε στον κόσμο. Και αυτό, κάποιες φορές, παίρνει χρόνια να ακουστεί.

 

Συχνές Ερωτήσεις

Τι είναι τα ψυχοσωματικά συμπτώματα;

Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα είναι πραγματικές σωματικές ενοχλήσεις που επηρεάζονται ή επιδεινώνονται από ψυχολογικούς παράγοντες, όπως το άγχος, το χρόνιο στρες ή οι συναισθηματικές συγκρούσεις.


Ποια είναι τα πιο συχνά ψυχοσωματικά συμπτώματα;

Συχνά εμφανίζονται πονοκέφαλοι, μυϊκοί πόνοι, στομαχικές διαταραχές, αίσθημα κόπωσης, ταχυκαρδίες, ζάλη ή δυσκολίες στην αναπνοή, χωρίς να εξηγούνται πλήρως από κάποιο οργανικό πρόβλημα.


Μπορεί το άγχος να προκαλέσει σωματικά συμπτώματα;

Ναι. Το άγχος ενεργοποιεί το νευρικό σύστημα και μπορεί να προκαλέσει ή να ενισχύσει πραγματικές σωματικές αντιδράσεις, όπως πόνο, ένταση, γαστρεντερικές ενοχλήσεις ή αίσθημα εξάντλησης.


Πώς αντιμετωπίζονται τα ψυχοσωματικά συμπτώματα;

Η αντιμετώπιση περιλαμβάνει αρχικά τον απαραίτητο ιατρικό έλεγχο και, όταν δεν υπάρχει οργανική αιτία ή όταν το στρες επιδεινώνει τα συμπτώματα, την ψυχοθεραπευτική διερεύνηση των συναισθηματικών παραγόντων που μπορεί να εμπλέκονται.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *