Σύνδρομο αποπροσωποποίησης/αποπραγματοποίησης


Το να νιώσει κάποιος  πως δεν είναι πραγματικός ή πως η πραγματικότητά του δεν είναι πραγματική είναι δυνατόν να συμβεί σε περίπτωση που φοβηθεί πολύ, που βιώσει έντονο στρες, εάν του λείπει ο ύπνος, είναι υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών, κατακλυσθεί από κάποιο πολύ έντονο συναίσθημα, και σε περίπτωση μεγάλης λύπης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι φυσιολογικό. Εάν, όμως, αυτή η αίσθηση μη πραγματικού κάνει την εμφάνισή της συχνά ή γίνει μόνιμη, αυτό μπορεί να οφείλεται σε επιληψία ή ημικρανία, σε κάποια άλλη νευρολογική πάθηση (π.χ. σύνδρομο Kleine-Levin), σε κάποιο εγκεφαλικό τραύμα ή  πιθανόν να αποτελεί μέρος κάποιου ψυχιατρικού συνδρόμου.

Εάν το σύνδρομο αποπροσωποποίησης εμφανισθεί για πρώτη φορά μετά το 40κοστό έτος της ηλικίας, θα πρέπει να γίνει ο απαραίτητος ιατρικός έλεγχος ώστε  να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης κάποιας εγκεφαλικής πάθησης. Εάν το σύνδρομο οφείλεται, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, σε ψυχολογικούς παράγοντες -σε αντίθεση με την περίπτωση που οφείλεται σε οργανικούς παράγοντες- συνδέεται με συγκεκριμένες καταστάσεις και/ή η έντασή του αυξομειώνεται, ανάλογα με την κατάσταση.

Οι πρώτες αναφορές για άτομα, που βασανίζονταν από μια αίσθηση πως  «Σκέφτονται χωρίς να νιώθουν» και πως είναι αποξενωμένα από τον κόσμο που τα περιβάλει, υπάρχουν ήδη από την δεκαετία του 1840. Οι πρώτες γραπτές αναφορές για την αποπροσωποποίηση, ως ξεχωριστή διαταραχή, είναι του Ούγγρου γιατρού Maurice Krishaber, από το 1873, και αναφέρονται σε ασθενείς που ένιωθαν «Αποκομμένοι από τον κόσμο» ή που έβλεπαν τα όσα τους περιέβαλαν «σαν σε όνειρο». Τα άτομα αυτά εμφάνιζαν ένα μείγμα άγχους, νωθρότητας και κατάθλιψης. Περισσότεροι από το 1/3 από αυτούς παραπονούνταν για παράξενες και δυσάρεστες εμπειρίες αποξένωσης από την πραγματικότητα.

Το Σύνδρομο Αποπροσωποποίησης, όπως αποκαλείται, εκτός από ξεχωριστή διάγνωση, συναντάται  και ως ένα από τα κριτήρια μίας σειράς άλλων διαταραχών/διαγνώσεων όπως η Συναισθηματικά Ασταθής ή Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας, η Οξεία Αντίδραση σε Στρες, η Διαταραχή/Κρίση Πανικού, και, σύμφωνα με το DSM-5,  σε μια μόνο υποομάδα του  Συνδρόμου Μετατραυματικού Στρες και όχι, όπως παλαιότερα, σε κάθε μορφή του.

Αποπροσωποποίηση

Τι είναι η αποπροσωποποίηση/αποπραγματοποίηση – συμπτώματα

Το σύνδρομο αποπροσωποποίησης είναι μια χρόνια και επώδυνη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση αποξένωσης από τον εαυτό (αποπροσωποποίηση) ή/και από τον περίγυρο (αποπραγματοποίηση). Συνήθως, τα δύο αυτά φαινόμενα εμφανίζονται ταυτόχρονα.

Τα άτομα που υποφέρουν από το σύνδρομο αυτό περιγράφουν πως νιώθουν αποκομμένα από τα συναισθήματα και από αυτά που γενικώς βιώνουν, πως είναι σαν να συμβαίνουν σε κάποιον άλλον, και μοιάζει σαν να ζουν σε ένα όνειρο. Είναι σαν να βλέπουν τον κόσμο τους μέσα από γυαλί ή σαν να είναι απλοί παρατηρητές των όσων διαδραματίζονται γύρω τους. Συχνά, αισθάνονται «παράξενα», πως αυτό που βιώνουν «δεν είναι ο πραγματικός τους εαυτός», με άλλα λόγια, νιώθουν σαν ηθοποιοί που απλά συμμετέχουν σε ένα έργο που αφορά στον ίδιο τους τον εαυτό. Ο περίγυρος βιώνεται ως κενός, δίχως ζωή και σαν να μην έχει κάποιο νόημα. Για το λόγο αυτό, φαντάζει  τεχνητός, σαν σκηνικό θεάτρου, οι δε άνθρωποι τριγύρω σαν ηθοποιοί ή ρομπότ.

Μπορεί να κοιτάξουν στον καθρέφτη και να νιώσουν πως το άτομο που βλέπουν είναι ένας ξένος. Μπορεί ακόμα να δυσκολεύονται να νιώσουν διάφορα σωματικά ερεθίσματα, όπως κρύο, ζέστη, πείνα κ.ά., και να έχουν μια αλλοιωμένη αίσθηση χρόνου. Οι μνήμες τους μπορεί να φαντάζουν μακρινές και αδιάφορες, να δυσκολεύονται να αυτοσυγκεντρωθούν, να οργανώσουν τις σκέψεις τους και να αξιοποιήσουν νέες πληροφορίες. Άτομα για τα οποία νοιάζονταν μπορεί να φαντάζουν αδιάφορα και  να έχουν την αίσθηση πως βρίσκονται έξω από το σώμα τους και πως βλέπουν τον εαυτό τους από απόσταση.

Περιγράφεται, επίσης, η ύπαρξη μιας αυξημένης συνειδητότητας σκέψης και σώματος και μιας υπερβολικής συνειδητότητας για τον εαυτό. Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε απώλεια του αυθορμητισμού που με τη σειρά του δημιουργεί στο άτομο μια αίσθηση σαν να είναι ρομπότ. Συχνά, το άτομο νιώθει συναισθηματικά μουδιασμένο ή απόμακρο. Επηρεάζεται, επίσης, η αίσθηση για το ίδιο το σώμα, για παράδειγμα, μπορεί ένα μέρος του σώματος να βιώνεται ως μικρότερο ή μεγαλύτερο απ΄ότι είναι συνήθως.

Δεν είναι ψύχωση – συχνότητα εμφάνισης

Ο έλεγχος πραγματικότητας είναι ανέπαφος και το άτομο έχει πλήρη συνείδηση πως ο τρόπος που βιώνει τον εαυτό και τον περίγυρό του είναι «παράξενος». Χαρακτηριστικό του συνδρόμου είναι πως τα άτομα που υποφέρουν από αυτό δυσκολεύονται να περιγράψουν με λέξεις τα όσα βιώνουν, καθώς καμία περιγραφή δεν μοιάζει να είναι επαρκής και απόλυτα αντιπροσωπευτική.

Η εμφάνιση του συνδρόμου μπορεί να είναι ξαφνική ή σταδιακή, τα δε επεισόδιά του μπορεί να διαρκέσουν από λίγες ώρες μέχρι αρκετά χρόνια.

Βραχυπρόθεσμα και παροδικά επεισόδια αποπροσωποποίησης δεν είναι, συνήθως, παθολογικής φύσης και θεωρείται πως το 70% περίπου του γενικού πληθυσμού τα βιώνει κάποια φορά στη ζωή του. Αυτού του είδους οι εμπειρίες είναι συνηθέστατα παροδικές. Η διαφορά με αυτούς που υποφέρουν από το σύνδρομο είναι πως οι τελευταίοι δεν έχουν κανέναν έλεγχο σε αυτό που τους συμβαίνει.

Η συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου στον γενικό πληθυσμό κυμαίνεται μεταξύ 1-3% περίπου και η αναλογία μεταξύ των δύο φύλων είναι 1:1.

Αποπραγματοποίηση

Αιτιολογία

Το σύνδρομο αποπροσωποποίησης (Σ.Α.) εμφανίζεται πολύ συχνότερα μεταξύ ατόμων νεαρότερης ηλικίας παρά σε ηλικιωμένους. Η μέση ηλικία εμφάνισης είναι τα 16 χρόνια. Λιγότεροι από το 20% εμφανίζουν το σύνδρομο μετά το 20στό έτος και μόνο το 5% μετά το 25ο έτος της ηλικίας.  

Η ψυχοδυναμική θεωρία υποστηρίζει πως το Σ.Α. οφείλεται σε ένα ελλιπώς ενσωματωμένο Εγώ ή σε μια ανεπαρκώς ενσωματωμένη αίσθηση εαυτού. Αυτό ίσως εξηγεί τη μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου μεταξύ ατόμων εφηβικής ηλικίας στη διάρκεια της οποίας η ταυτότητα είναι υπό διαμόρφωση. Παρόλο που η εμφάνιση του συνδρόμου είναι συνηθέστερη στη διάρκεια της εφηβείας ή των πρώτων χρόνων μετά την ηλικία των 20 χρόνων, μπορεί να εμφανισθεί και αργότερα στη ζωή.

Προδιαθεσιακοί παράγοντες και παράγοντες κινδύνου

Ως προδιαθεσιακοί παράγοντες για την εμφάνιση του συνδρόμου αναφέρονται ένα χαμηλών τόνων και με τάσεις  απομόνωσης ταμπεραμέντο, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η δυσκολία έκφρασης συναισθημάτων και μια αυξημένη ανάγκη άσκησης ελέγχου. Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι η τάση του ατόμου να νιώθει αισθήματα ντροπής και μια παθητική αμυντική στάση, όπως η απόσυρση ή η εύκολη παραίτηση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η αποπροσωποποίηση φαίνεται πως αποτελεί  έκφραση και δείγμα χαμηλής ανθεκτικότητας απέναντι στο στρες και το άγχος.

Βιώματα συναισθηματικής βίας στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας φαίνεται πως μπορούν, επίσης, να διευκολύνουν την εμφάνιση του συνδρόμου αργότερα στη ζωή. Η συνηθέστερη μορφή συναισθηματικής κακοποίησης/βίας διαπιστώθηκε πως περιλαμβάνει απειλές του τύπου «Θα σε σκοτώσω», «Μακάρι να μην σε είχα γεννήσει» και άλλες ανάλογες, που είχαν μεγάλη συχνότητα και διάρκεια.

Εκλυτικοί παράγοντες

Η έναρξη εμφάνισης του φαινομένου μπορεί να είναι ξαφνική ή να γίνει με πολύ αργό και λανθάνοντα τρόπο. Οι συνηθέστεροι εκλυτικοί παράγοντες είναι:

  1. Μια παρατεταμένη περίοδος έντονου άγχους/στρες ή κάποιο τραυματικό γεγονός
  2. Κατάθλιψη ή κρίση πανικού. Αυτές οι ψυχικές καταστάσεις μπορεί να ξεπερασθούν αλλά το σύνδρομο αποπροσωποποίησης  μπορεί να εξακολουθεί να υφίσταται.
  3. Ναρκωτικές ουσίες: όπως κάνναβη, LSD, έκσταση ή κεταμίνη (ισχυρό αναισθητικό). Ακόμα και μια τυχαία χρήση κάνναβης μπορεί να προκαλέσει μια χρόνια κατάσταση αποπροσωποποίησης. Υπολογίζεται πως ένα ποσοστό 10-15% των περιπτώσεων του συνδρόμου αποπροσωποποίησης προκαλούνται από τη χρήση μαριχουάνας.
  4. Μη ταυτοποιημένοι εκλυτικοί παράγοντες. Το σύνδρομο αποπροσωποποίησης μπορεί να εμφανισθεί ξαφνικά και χωρίς την ύπαρξη κάποιου συγκεκριμένου εκλυτικού παράγοντα.
  5. Διάφοροι νευροβιολογικοί παράγοντες

Η αποπροσωποποίηση ως αμυντικός μηχανισμός

Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία, η αποπροσωποποίηση λειτουργεί ως ασπίδα/άμυνα απέναντι σε απειλητικά αισθήματα ή βιώματα, και όταν οι προσαρμοστικές άμυνες του ατόμου δεν έχουν καταφέρει να ανταπεξέλθουν σε αυτόν το ρόλο. Υπό αυτήν την έννοια, η αποπροσωποποίηση είναι ένας τρόπος αποστασιοποίησης από κατακλυσμιαία επώδυνα αισθήματα. Στην περίπτωση μιας απειλητικής για τη ζωή κατάστασης, η εμφάνιση της αποπροσωποποίησης αντιπροσωπεύει μια προσαρμοστική λειτουργία του ψυχισμού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να συμβάλει και στη σωτηρία της  ζωής. Έναν ανάλογο ρόλο μπορεί να παίξει και η λιποθυμία. Κάποιος μπορεί να λιποθυμήσει, εάν του συμβεί κάτι που του προκαλέσει έναν πολύ έντονο σωματικό ή ψυχικό πόνο. Η λιποθυμία, σε αυτές τις περιπτώσεις, λειτουργεί ως «κλείσιμο του διακόπτη»  απέναντι σε κάτι που το άτομο δεν αντέχει και που το υπερβαίνει. Εάν δεν έκλεινε ο διακόπτης τότε η ζημία μπορεί να ήταν ακόμα και ανεπανόρθωτη.

Αποπροσωποποίηση-αποπραγματοποίηση

Συνύπαρξη με άλλες κλινικές καταστάσεις (συνοσηρότητα)

Υπάρχει ένα υψηλό ποσοστό συνοσηρότητας μεταξύ του συνδρόμου αποπροσωποποίησης και διαφόρων διαταραχών προσωπικότητας. Έχει βρεθεί πως το 60% των ατόμων με διάγνωση «Σύνδρομο Αποπροσωποποίησης» είχαν ταυτόχρονα και κάποια μορφή διαταραχής προσωπικότητας, με πιο συνήθεις τη Μεταιχμιακή, τη Φοβική και την Ψυχαναγκαστική-Καταναγκαστική.

Οι έρευνες έχουν καταδείξει, επίσης, πως ένα ποσοστό μεταξύ 31-66% των ατόμων με Σύνδρομο Μετατραυματικού Στρες, καθώς και το 30% των βετεράνων πολέμου με μετατραυματικό στρες, παρουσιάζουν υψηλούς βαθμούς συνδρόμου αποπροσωποποίησης.

Το έντονο άγχος έχει αποδειχθεί  πως είναι ο συναισθηματικός παράγοντας που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση του συνδρόμου αποπροσωποποίησης.

Επίσης, το 60% των ατόμων με κατάθλιψη εμφανίζουν υψηλούς βαθμούς συνδρόμου αποπροσωποποίησης.

Οι έρευνες δείχνουν πως το σύνδρομο αποπροσωποποίησης δεν πυροδοτεί ψυχωσικές καταστάσεις. Το ποσοστό συχνότητας του συνδρόμου αποπροσωποποίησης σε ασθενείς με σχιζοφρένεια είναι 7-11%.

Εδώ, θα πρέπει εδώ να αναφερθεί πως, παρόλο που το σύνδρομο αποπροσωποποίησης έχει αποδειχθεί και έχει κατακυρωθεί ως ξεχωριστή διάγνωση, υπάρχει μια συνεχιζόμενη γενική τάση να θεωρείται ως σύμπτωμα κατάθλιψης, άγχους ή άλλων ψυχιατρικών διαγνώσεων.

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Βασική προϋπόθεση για μια αποτελεσματική θεραπευτική αντιμετώπιση του Σ.Α. είναι η έγκαιρη διάγνωσή του και ο εντοπισμός της εκλυτικής του αιτίας. Εάν εκλυτική αιτία είναι κάποια άλλη ψυχική διαταραχή, ψυχικό τραύμα ή άλλοι ψυχοσυναισθηματικοί παράγοντες, τότε η αντιμετώπισή τους θα πρέπει να είναι προτεραιότητά μας. Τα συνήθη όπλα είναι η ψυχοθεραπεία και, αν κριθεί απαραίτητη, η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Εάν εκλυτικός παράγοντας είναι κάποια οργανική αιτία, τότε ακολουθούνται τα πρωτόκολλα της σωματικής ιατρικής για ανάλογες περιπτώσεις και, αν κριθεί αναγκαίο, μια παράλληλη, ψυχολογικής φύσης, υποστήριξη.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή Ph.D. κάντε κλικ ΕΔΩ

 Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης